Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα «ΤΟ ΤΑΞΙΔΙ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ» ΜΕΤΑ ΤΟΝ ΣΩΜΑΤΙΚΟ ΘΑΝΑΤΟ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα «ΤΟ ΤΑΞΙΔΙ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ» ΜΕΤΑ ΤΟΝ ΣΩΜΑΤΙΚΟ ΘΑΝΑΤΟ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 12 Ιανουαρίου 2012

«ΤΟ ΤΑΞΙΔΙ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ» ΜΕΤΑ ΤΟΝ ΣΩΜΑΤΙΚΟ ΘΑΝΑΤΟ




1.      Τό σύγ­χρο­νο φαι­νό­με­νο τῶν «με­τα­θα­νά­τι­ων» ἐμ­πει­ρι­ῶν.
      
  Τὸ θέ­μα τῆς με­τὰ θά­να­τον ζω­ῆς, ἔ­χει τὰ τε­λευ­ταῖα χρό­νια ἀ­πο­τε­λέ­σει ἀν­τι­κεί­με­νο με­γά­λου ἐν­δι­α­φέ­ρον­τος γιὰ τὸ πλα­τὺ κοι­νὸ στὸν Δυ­τι­κὸ κό­σμο. Ἔτσι τε­λευ­ταῖα ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ ἔ­ρευ­νες καὶ βι­βλί­α ποὺ πε­ρι­γρά­φουν «με­τα­θα­νά­τι­ες ἐμ­πει­ρί­ες», στὰ ὁ­ποῖ­α φη­μι­σμέ­νοι για­τροί, κυ­ρί­ως ψυ­χί­α­τροι καὶ ἄλ­λοι ἐ­πι­στή­μο­νες, ἔ­χουν κα­τα­γρά­ψει μαρ­τυ­ρί­ες καὶ με­λέ­τες, στη­ρι­ζό­με­νες σὲ «ἐμ­πει­ρί­ες» ἀν­θρώ­πων ποὺ πέ­θα­ναν καὶ ἐ­πέσ­τρε­ψαν στὴν ζω­ή, χά­ρις στὶς φρον­τί­δες τῶν εἰ­δι­κῶν ἰα­τρῶν. Με­ρι­κὰ χρό­νια πρίν, τὸ θέ­μα αὐ­τὸ ἀ­πο­τε­λοῦ­σε «ταμ­ποὺ» γιὰ τὸν ἰ­α­τρι­κὸ κό­σμο, ἐ­πα­νῆλ­θε δὲ στὸ προ­σκή­νιο χά­ρις στὶς νέ­ες τε­χνι­κὲς ἐ­πα­να­φο­ρᾶς στὴν ζω­ὴ τῶν «κλι­νι­κὰ νε­κρῶν» μὲ δι­έ­γερ­ση τῆς καρ­διᾶς. Οἱ ἀ­σθε­νεῖς αὐ­τοί, με­τὰ τὴν ἐ­πά­νο­δό τους στὴν ζω­ή, μί­λη­σαν γιὰ τὶς ἐμ­πει­ρί­ες ποὺ ἔ­ζη­σαν κα­τὰ τὴν διά­ρκεια τῆς ἐ­ξό­δου των ἀ­πὸ τὸ σῶ­μα.

2.      Ἡ ἐ­ξω­σω­μα­τι­κή ἐμ­πει­ρί­α.
 
   Τὸ πρῶ­το πράγ­μα ποὺ συμ­βαί­νει σὲ ἕ­ναν ἄν­θρω­πο ποὺ ἔ­χει πε­θά­νει, σύμ­φω­να μὲ τὶς πε­ρι­γρα­φὲς αὐ­τές, εἶ­ναι ὅ­τι ἀ­φή­νει τὸ σῶ­μα του καὶ ὑ­πάρ­χει τε­λεί­ως χω­ρι­στὰ ἀ­π᾿ αὐ­τό, χω­ρὶς νὰ χά­νει οὔ­τε στιγμὴ τὴν συ­νεί­δη­σή του. Συ­χνὰ μπο­ρεῖ νὰ πα­ρα­τη­ρεῖ τὰ πάν­τα γύ­ρω του, ἀ­κό­μα καὶ τὸ ἴ­διο του τὸ νε­κρὸ σῶ­μα (σὰν νὰ ἦ­ταν ἕ­να νε­κρὸ ζῶ­ο), βλέ­πον­τας συγ­χρό­νως τὶς προ­σπά­θει­ες τῶν ἰα­τρῶν νὰ τὸ ἐ­πα­να­φέ­ρουν στὴν ζω­ή. Αἰ­σθά­νε­ται μί­α ἀ­νώ­δυ­νη ζε­στα­σιὰ καὶ γα­λή­νη σὰν νὰ πλέ­ει ἢ νὰ αἰ­ω­ρεῖ­ται στὸν ἀ­έ­ρα. Βλέ­πει ὅ­λα ὅ­σα δι­α­δρα­μα­τί­ζον­ται γύ­ρω του, ἀλ­λὰ εἶ­ναι τε­λεί­ως ἀ­νί­κα­νος νὰ ἐ­πι­δρά­σει στὸ πε­ρι­βάλ­λον του μὲ τὴν ὁ­μι­λί­α ἢ μὲ τὴν ἁ­φὴ καὶ ἔ­τσι νοι­ώ­θει μί­α ἔν­το­νη μο­να­ξιὰ. Οἱ λει­τουρ­γί­ες τῆς σκέ­ψης του γί­νον­ται πο­λὺ πιὸ γρή­γο­ρες ἀπ᾿ ὅ­τι ἦ­ταν ὅ­ταν ἡ ψυ­χὴ του βρί­σκον­ταν μέ­σα στὸ σῶ­μα.
      Ἡ Dr. Elisabeth Kubler-Ross στό βι­βλί­ο της “Death does not exist” τοῦ 1977 (σελ. 103, 104) ἀ­να­φέ­ρει τὴν πε­ρί­πτω­ση μί­ας τυ­φλῆς γυ­ναί­κας, ἡ ὁ­ποί­α «εἶ­δε» καὶ πε­ρι­έ­γρα­ψε τὰ πάν­τα μέ­σα στὸ δω­μά­τιο ποὺ «πέ­θα­νε» καὶ ὅ­ταν ἐ­πα­νῆλ­θε στὴ ζω­ὴ ἦ­ταν καὶ πά­λι τυ­φλὴ - μί­α ἐν­τυ­πω­σια­κὴ ἔν­δει­ξη, ὅ­τι δὲν εἶ­ναι τὸ μά­τι, οὔ­τε ὁ ἐγ­κέ­φα­λος ποὺ σκέ­πτε­ται. Εἶ­ναι ἡ ψυ­χή, ποὺ ἐ­πι­τε­λεῖ τὶς λει­τουρ­γί­ες αὐ­τὲς τῶν σω­μα­τι­κῶν ὀρ­γά­νων γιὰ ὅ­σο δι­ά­στη­μα τὸ σῶ­μα εἶ­ναι ζων­τα­νό, ἀλ­λὰ μὲ δι­κή της μό­νο δύ­να­μη, ὅ­ταν τὸ σῶ­μα εἶ­ναι νε­κρό.
     Με­ρι­κοὶ σχο­λι­ά­ζον­τας τέ­τοι­ου εἴ­δους ἐμ­πει­ρί­ες, ἐκ­φρά­ζουν ἀμ­φι­βο­λί­ες γιὰ τὸ ἂν τὸ πρό­σω­πο εἶ­ναι πράγ­μα­τι νε­κρό, στὴν πε­ρί­πτω­ση ποὺ ἐ­πα­νέρ­χε­ται στὴν ζω­ὴ μέ­σα σὲ λί­γα λε­πτά. Ἀ­πάν­τη­ση σ᾿ αὐ­τὸ μό­νο ἡ ἰ­α­τρι­κὴ ἐ­πι­στή­μη μπο­ρεῖ νὰ δώ­σει. Γε­γο­νὸς ὅ­μως πα­ρα­μέ­νει ὅ­τι σ᾿ αὐ­τὰ τὰ λί­γα λε­πτά, ἀ­κό­μα καὶ στὰ λε­πτὰ ποὺ προ­η­γοῦν­ται τοῦ θα­νά­του, οἱ ἄν­θρω­ποι βι­ώ­νουν ἐμ­πει­ρί­ες ποὺ δὲν μπο­ροῦν νὰ ἑρ­μη­νευ­θοῦν ὡς ἁ­πλὲς πα­ραι­σθή­σεις.

3.      Ἡ συ­νάν­τη­ση μέ τούς ἄλ­λους.

Με­τὰ τὸν σω­μα­τι­κὸ θά­να­το, ἡ ψυ­χὴ πα­ρα­μέ­νει γιὰ μι­κρὸ δι­ά­στη­μα στὴν ἀρ­χι­κὴ κα­τά­στα­ση τῆς μο­να­ξιᾶς. Σὲ πολ­λὲς πε­ρι­πτώ­σεις, οἱ ἄν­θρω­ποι, λί­γο πρὶν πε­θά­νουν, βλέ­πουν ξαφ­νι­κὰ πε­θα­μέ­νους συγ­γε­νεῖς καὶ φί­λους τους (βλ. Dr. Moody “Life after Life” σελ. 44). Εἶ­ναι ἡ λε­γο­μέ­νη «ὑ­πε­ραι­σθητὴ ἀν­τί­λη­ψη» ἤ ΕXP: “Εxtra Sensory Perception”.
Ἔ­χει πα­ρα­τη­ρη­θεῖ, κα­τὰ τὸν θά­να­το ἁ­γί­ων ἀν­θρώ­πων, νὰ ἐκ­δη­λώ­νον­ται «ἔ­κτα­κτα ση­μεῖ­α τῆς χά­ρι­τος» τοῦ Θε­οῦ καὶ ὅ­λοι ἢ με­ρι­κοὶ ἀ­πὸ αὐ­τοὺς ποὺ βρί­σκον­ται κον­τὰ στὸν ἑ­τοι­μο­θά­να­το, ἔ­χουν τὴν δυ­να­τό­τη­τα νὰ δοῦν «ὁ­ρά­μα­τα ἀ­πὸ τὸν ἄλ­λο κό­σμο» (π.χ. ὑ­περ­κό­σμιο φῶς νὰ λού­ζει τὸν ἑ­τοιμο­θά­να­το ἢ ἄρ­ρη­τη εὐ­ω­δί­α νὰ γε­μί­ζει τὸν χῶ­ρο, ἢ ὑ­περ­κό­σμι­ες ψαλ­μω­δί­ες νὰ ἀ­κού­γον­ται κ.λ.π. (βλ. σελ. 39 ἀπό τό Βι­βλί­ο «Η ΨΥΧΗ ΜΕΤΑ ΤΟΝ ΘΑΝΑΤΟ» π. Σε­ρα­φείμ Ρό­ουζ, Ἐκ­δό­σεις «ΜΥΡΙΟΒΙΒΛΟΣ»).
Ὁ Ἅγ. Γρη­γό­ριος ὁ Δι­ά­λο­γος λέ­γει, ὅ­τι «μό­νο ὁ ἑ­τοι­μο­θά­να­τος ἀ­να­γνω­ρί­ζει ἄ­το­μα», ἐ­νῶ στοὺς δι­καί­ους «ἐμ­φα­νί­ζον­ται οἱ Ἅ­γιοι τῆς Βα­σι­λεί­ας τῶν Οὐ­ρα­νῶν». Ἡ δι­ά­κρι­ση αὐ­τὴ δὲν ὑ­πο­δει­κνύ­ει ἁ­πλῶς τὴν δι­α­φο­ρε­τι­κὴ με­τα­θα­νά­τια ἐμ­πει­ρί­α με­τα­ξὺ δι­καί­ων καὶ κοι­νῶν ἁ­μαρ­τω­λῶν, ἀλ­λὰ εἶ­ναι ἄ­με­σα συν­δε­δε­μέ­νη μὲ τὴν δι­α­φο­ρε­τι­κὴ με­τα­θα­νά­τια κα­τά­στα­ση ἁ­γί­ων καὶ τῶν κοι­νῶν ἁ­μαρ­τω­λῶν. Οἱ ἅ­γιοι ἔ­χουν με­γά­λη ἐ­λευ­θε­ρί­α νὰ πρε­σβεύ­ουν ὑ­πὲρ τῶν ζών­των καὶ νὰ σπεύ­δουν πρὸς βο­ή­θειά τους, ἐ­νῶ οἱ ἀ­πο­θα­νόν­τες ἁ­μαρ­τω­λοὶ ἐ­κτὸς ἀ­πὸ πο­λὺ εἰ­δι­κὲς πε­ρι­πτώ­σεις, δὲν ἔ­χουν καμ­μί­α ἐ­πα­φὴ μὲ τοὺς ζῶν­τες.
Οἱ Πα­τέ­ρες γε­νι­κῶς λέ­γουν ὅ­τι «οἱ νε­κροὶ κα­τὰ γε­νι­κὸν κα­νό­να δὲν ἐμ­φα­νί­ζον­ται στοὺς ζῶν­τες». Οἱ πε­ρι­πτώ­σεις ἐμ­φα­νί­σε­ως νε­κρῶν στοὺς ζῶν­τες εἶ­ναι σὲ ἐ­λά­χι­στες πε­ρι­πτώ­σεις «ἔρ­γο τῶν ἀγ­γὲλων» καὶ στὶς πε­ρισ­σό­τε­ρες πε­ρι­πτώ­σεις ἔρ­γο τῶν δαι­μό­νων, ποὺ ἀ­πο­σκο­ποῦν νὰ ὁ­δη­γή­σουν τοὺς ἀν­θρώ­πους σὲ δι­α­μόρ­φω­ση μιᾶς ἐ­σφαλ­μέ­νης δι­δα­σκα­λί­ας πε­ρὶ τῆς με­τὰ θά­να­τον ζω­ῆς (πρβλ. Ἁ­γί­ου Αὐ­γου­στί­νου «πε­ρὶ φρον­τί­δος τῶν νε­κρῶν» Κεφ. 13 σελ. 378 -’Saint Augustine’s “Care for the Dead”). Γε­νι­κά θά πρέ­πει νά πι­στεύ­ου­με, ὅτι οἱ Ἅ­γιοι καὶ οἱ Μάρ­τυ­ρες δι­α­μέ­σου τῆς θεί­ας δυ­νά­με­ως συμ­με­τέ­χουν στὶς ὑ­πο­θέ­σεις τῶν ζών­των, ἀλ­λὰ οἱ νε­κροὶ ἀ­πὸ μό­νοι τους δὲν ἔ­χουν τὴν δύ­να­μη νὰ πα­ρέμ­βουν σ᾿ ­αὐ­τὲς. Ἔ­τσι, ὅ­ταν ἔ­χου­με πα­ρεμ­βά­σεις νε­κρῶν μὲ ζῶν­τες ἢ ἐ­πι­κοι­νω­νί­α νε­κρῶν μὲ ζῶν­τες, αὐ­τοὶ ποὺ φαί­νον­ται σὰν προ­σφι­λεῖς νε­κροὶ δὲν εἶ­ναι ἄλ­λοι πα­ρὰ δαί­μο­νες, πού μι­μοῦν­ται τὴν φω­νὴ ἢ τὴν συμ­πε­ρι­φο­ρὰ τῶν προ­σφι­λῶν μας νε­κρῶν.
4.     Ἐμ­φα­νί­σεις ἀγ­γέ­λων καί δαι­μό­νων κα­τά τήν ὥρα τοῦ θα­νά­του.

 Ἀ­μέ­σως με­τὰ τὸν χω­ρι­σμὸ τῆς ψυ­χῆς ἀ­πὸ τὸ σῶ­μα, πα­ρα­λαμ­βά­νουν τὴν ψυ­χὴ δύ­ο ἄγ­γε­λοι. Ὁ ἕ­νας εἶ­ναι ὁ φύ­λα­κας ἄγ­γε­λος καὶ ὁ δεύ­τε­ρος εἶ­ναι ὁ ἄγ­γε­λος τῆς ὑ­πο­δο­χῆς. Οἱ ἄγ­γε­λοι αὐ­τοὶ ἔ­χουν σὰν ἀ­πο­στο­λὴ νὰ συ­νο­δέ­ψουν τὴν ψυ­χὴ τοῦ ἀ­πο­θα­νόν­τος στὸ με­τα­θα­νά­τιο τα­ξί­δι της, περ­νών­τας μέ­σα ἀ­πὸ τὶς ὁ­μά­δες τῶν ἐ­να­ε­ρί­ων δαι­μο­νί­ων (τὰ ἐ­να­έ­ρια τε­λώ­νια), τὰ ὁ­ποῖ­α φο­ρο­λογοῦν τρό­πον τι­νά τὴν ψυ­χή, δηλ. τὴν ἐ­λέγ­χουν καὶ τὴν κα­τη­γο­ροῦν (ἀ­λη­θῶς ἀλ­λὰ καὶ ψευ­δῶς κά­ποι­ες φο­ρὲς) γιὰ δι­ά­φο­ρες ἁ­μαρ­τί­ες ποὺ ἔ­χει δι­α­πρά­ξει, ὅ­σο ζοῦ­σε μὲ τὸ σῶ­μα της, καὶ τὴν δι­εκ­δικοῦν ἀ­πὸ τοὺς ἀγγέ­λους, προ­βάλ­λον­τας δι­και­ώ­μα­τα ἐ­π᾿ αὐ­τῆς, ἐ­ὰν αὐ­τὴ εἶ­χε ἁ­μαρ­τή­σει μὲ τὴν πα­ρα­κί­νη­σή τους. Οἱ ἄγ­γε­λοι τὴν ὑ­πε­ρα­σπί­ζον­ται προ­βάλ­λον­τας τὶς κα­λές της πρά­ξεις ἢ τὴν με­τά­νοι­ά της.
 Ἡ δι­α­δι­κα­σί­α αὐ­τὴ εἶ­ναι ἐ­ξαι­ρε­τι­κὰ ἐ­πώ­δυ­νη καί τα­λαι­πω­ρεῖ ἀ­φάν­τα­στα τὴν ψυ­χὴ, ἡ ὁ­ποί­α φρίτ­τει καὶ τρέ­μει ἀ­πὸ τὴν πα­ρου­σί­α τῶν πο­νη­ρῶν πνευ­μά­των, ποὺ τῆς προ­κα­λοῦν φρί­κη καὶ φό­βο, μὲ τὶς φω­νές, τὶς ἀ­πει­λές τους καὶ τὴν λύσ­σα τῆς κα­κί­ας καὶ μο­χθη­ρί­ας τους. Ἡ ψυ­χὴ γιὰ νὰ ἀ­πο­φύ­γει τοὺς δαί­μο­νες, κουρ­νιά­ζει στὴν ἀγ­κα­λιὰ τῶν ἀγ­γέ­λων ποὺ προ­σπα­θοῦν νὰ τὴν σώ­σουν ἀ­πὸ τὴν λυσ­σώ­δη κα­κί­α τῶν δαι­μό­νων. Τέ­λος τὴν 40ή ἡ­μέ­ρα (ἀ­πὸ τὸν θά­να­το τοῦ σώ­μα­τος), ἡ ψυ­χὴ φθά­νει μπρο­στὰ στὸν θρό­νο τοῦ Θε­οῦ, ὁ ὁ­ποῖ­ος ἐκ­φέ­ρει τὴν προ­σω­ρι­νὴ ἀ­πό­φα­ση γιὰ τὴν τύ­χη της. Πρό­γευ­ση τῆς αἰ­ώ­νιας μελ­λον­τι­κῆς χα­ρᾶς ἢ πρό­γευ­ση τῆς αἰ­ώ­νιας μελ­λον­τι­κῆς κα­τα­δί­κης. Ἡ τε­λι­κὴ κρί­ση καὶ ἡ τε­λε­σί­δι­κη κα­τά­στα­ση τῆς ψυ­χῆς θὰ γί­νει κα­τὰ τὴν Δευ­τέ­ρα Πα­ρου­σί­α τοῦ Χρι­στοῦ, ὅ­που θὰ κρι­θοῦν ὅ­λοι οἱ ἄν­θρω­ποι ὅ­λων τῶν ἐ­πο­χῶν, μὲ μό­νο κρι­τή­ριο: τὴν ἀ­γά­πη ποὺ ἔ­δω­σαν στοὺς συ­ναν­θρώ­πους τους. Μέ­χρι τό­τε ὅ­μως, μπο­ρεῖ νὰ ὑ­πάρ­ξει μι­κρὴ βελ­τί­ω­ση στὴν κα­τά­στα­ση τῶν ψυ­χῶν ἀ­πὸ τὶς προ­σευ­χὲς τῶν ζών­των ὑ­πὲρ αὐ­τῶν (μνη­μό­συ­να τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας καὶ ἀ­το­μι­κὲς προ­σευ­χὲς) καὶ τὶς ἀ­γα­θο­ερ­γί­ες καὶ ἐ­λε­η­μο­σύ­νες αὐ­τῶν ὑ­πὲρ τῶν «κε­κοι­μη­μέ­νων».
Στὸν βί­ο τοῦ Ἁ­γί­ου Βα­σι­λεί­ου τοῦ νέ­ου (ἑ­ορ­τά­ζει στὶς 26 Μαρ­τί­ου), ὁ ὁ­ποῖ­ος ἔ­ζη­σε τὸν 10ο αἰ­ῶ­να, ἀ­να­φέ­ρε­ται μί­α λε­πτο­με­ρὴς πε­ρι­γρα­φὴ τοῦ τα­ξι­διοῦ τῆς ψυ­χῆς με­τὰ τὸν σω­μα­τι­κὸ θά­να­το, δι­α­μέ­σου τῶν «ἐ­να­ε­ρί­ων τε­λω­νί­ων». Ἀ­φο­ρᾶ τὴν ψυ­χὴ τῆς γε­ρόν­τισ­σας Θε­ο­δώ­ρας, μιᾶς ἡ­λι­κι­ω­μέ­νης γυ­ναί­κας, ποὺ τὰ τε­λευ­ταῖα χρό­νια τῆς ζω­ῆς της, ὑ­πη­ρε­τοῦ­σε στὸ μο­να­στή­ρι τοῦ ὁ­σί­ου Βα­σι­λεί­ου. Με­τὰ ἀ­πὸ ἔν­το­νες πα­ρα­κλή­σεις τοῦ ὑ­πο­τα­κτι­κοῦ τοῦ ὁ­σί­ου Βα­σι­λεί­ου, μο­να­χοῦ Γρη­γορί­ου, ὁ ὁ­ποῖ­ος εἶ­χε ἔν­το­νη πε­ρι­έρ­γεια νὰ μά­θη τί ἀ­πέ­γι­νε ἡ ψυ­χὴ τῆς γε­ρόν­τι­σας Θε­ο­δώ­ρας καὶ με­τὰ ἀ­πὸ προ­σευ­χὴ τοῦ ὁ­σί­ου, ἐμ­φα­νί­στη­κε στὸν ὕ­πνο τοῦ Γρη­γο­ρί­ου ἡ γε­ρόν­τισ­σα καὶ τοῦ δι­η­γή­θη­κε μὲ λε­πτο­μέ­ρει­ες, τὸ τα­ξί­δι τῆς ψυ­χῆς της ἀ­πὸ τὴν ὥ­ρα τοῦ σω­μα­τι­κοῦ της θα­νά­του (χω­ρι­σμὸς τῆς ψυ­χῆς ἀ­πὸ τὸ σῶ­μα), μέ­χρι νὰ φθά­σει στὸ θρό­νο τοῦ Θε­οῦ. Πέ­ρα­σε ἀ­πὸ 23 ὁ­μά­δες δαι­μό­νων (τὰ ἐ­να­έ­ρια τε­λώ­νια), τὰ ὁ­ποῖ­α ζη­τοῦ­σαν μὲ λύσ­σα καὶ ἀ­φάν­τα­στη κα­κί­α, δι­και­ώ­μα­τα γιὰ τὶς ἁ­μαρ­τί­ες ποὺ εἶ­χε δι­α­πρά­ξει μὲ τὴν προ­τρο­πή τους, σὰν ἕ­να εἶ­δος φό­ρου ποὺ πλη­ρώ­νει κα­νεὶς στὸ τε­λω­νεῖ­ο, ὅ­ταν εἰ­σά­γει πράγ­μα­τα ἀ­πὸ ἄλ­λη χώ­ρα. 
Τά δι­ά­φο­ρα τε­λώ­νια (ὁ­μά­δες δαι­μό­νων ἐ­ξει­δι­κευ­μέ­νων σὲ δι­ά­φο­ρα ἁ­μαρ­τή­μα­τα), πού ἀ­να­φέ­ρει στὴν δι­ή­γη­σή της ἡ γε­ρόν­τισ­σα Θε­ο­δώ­ρα, εἶ­ναι τὰ ἑ­ξῆς: «Τε­λώ­νιον» τῆς κα­τα­λα­λιᾶς, τῆς ὕβρε­ως, τοῦ φθό­νου, τοῦ ψεύ­δους, τοῦ θυ­μοῦ καί τῆς ὀρ­γῆς, τῆς ὑ­πε­ρη­φά­νειας, τῆς βλα­σφη­μί­ας, τῆς φλυ­α­ρί­ας, καί τῆς μω­ρο­λο­γί­ας, τοῦ τό­κου καί τοῦ δό­λου, τῆς ὀ­κνη­ρί­ας, τῆς φι­λαρ­γυ­ρί­ας, τῆς μέ­θης, τῆς μνη­σι­κα­κί­ας, τῆς μα­γεί­ας καί γο­η­τεί­ας, τῆς πο­λυ­φα­γί­ας, τῆς εἰ­δω­λο­λα­τρεί­ας, τῆς ἀρ­σε­νο­κοι­τί­ας, τῶν χρω­μα­το­προ­σώ­πων, τῆς μοι­χεί­ας, τοῦ φό­νου, τῆς κλο­πῆς, τῆς πορ­νεί­ας καί τῆς ἀ­σπλα­χνί­ας.
Κά­θε μί­α ἀ­πὸ τὶς πα­ρα­πά­νω ὁ­μά­δες ἐ­ξέ­τα­ζε καὶ ἔ­λεγ­χε τὴν ψυ­χὴ (ἀ­λη­θῶς ἢ πολ­λὲς φο­ρὲς καὶ ψευ­δῶς), ἀ­να­φέ­ρον­τας συγ­κε­κρι­μέ­νες ἁ­μαρ­τί­ες ποὺ εἶ­χε δι­α­πρά­ξει ἢ εἶ­χε τὴν πρό­θε­ση νὰ δι­α­πρά­ξει καὶ ζη­τοῦ­σε δι­και­ώ­μα­τα. Οἱ ἄγ­γε­λοι δὲ ποὺ συ­νό­δευ­αν τὴν ψυ­χή, τὴν ὑ­πε­ρα­σπί­ζον­ταν ἀν­τι­πα­ραθέ­τον­τας στὶς ἁ­μαρ­τί­ες της, τὴν με­τά­νοι­ά της ἢ κά­ποι­ες κα­λές της πρά­ξεις.
­ Ὁ ὅ­σιος Βα­σί­λει­ος, με­τὰ τὸν θά­να­το τῆς γε­ρόν­τι­σας Θε­ο­δώ­ρας προ­σευ­χή­θη­κε γι᾿  αὐ­τὴν καὶ ζή­τη­σε ἀ­πὸ τὸν Θε­ὸ νὰ τοῦ χα­ρί­σει τὴν ψυ­χή της. Ἡ γε­ρόν­τι­σα, τὴν ὥ­ρα ποὺ τὴν πα­ρε­λάμ­βα­ναν οἱ ἄγ­γε­λοι, ὅ­ταν ἡ ψυ­χὴ της χω­ρι­ζό­ταν ἀ­πὸ τὸ σῶ­μα της, αἰ­σθάν­θη­κε τὶς προ­σευ­χὲς τοῦ ὁ­σί­ου Βα­σι­λεί­ου, σὰν ἕ­να «πουγ­γὶ» μὲ νο­μί­σμα­τα ποὺ ἔ­δω­σε ὁ ὅ­σιος στοὺς ἀγ­γέ­λους, ὡς βο­ή­θεια γιὰ τὸ με­τα­θα­νά­τιο τα­ξί­δι τῆς ψυ­χῆς της. Ἔ­τσι λοι­πόν, ὅ­σες φο­ρὲς ἡ με­τά­νοι­α τῆς Θε­ο­δώ­ρας καὶ οἱ κα­λές της πρά­ξεις, δὲν ἐ­παρ­κοῦ­σαν γιὰ νὰ κα­τευ­νά­σουν τὴν μα­νί­α τῶν δαι­μό­νων καὶ τὶς δι­εκ­δι­κή­σεις τους, οἱ ἄγ­γε­λοι ἔ­δι­ναν στοὺς δαί­μο­νες κά­τι, ὡς πλη­ρω­μή, ἀ­πὸ τὸ «πουγ­γὶ» μὲ τὰ νο­μί­σμα­τα ποὺ εἶ­χε δώ­σει σ᾿ αὐ­τοὺς ὁ ὅ­σιος. Ἔ­τσι μὲ τὴν βο­ή­θεια τῶν προ­σευ­χῶν τοῦ ὁ­σί­ου Βα­σι­λεί­ου, ἡ ψυ­χὴ τῆς Θε­ο­δώ­ρας, πέ­ρα­σε τὴν δο­κι­μα­σί­α τῶν «ἐ­να­έ­ρι­ων τε­λω­νί­ων», χω­ρὶς ση­μαν­τι­κὲς ἀ­πώ­λει­ες, μπῆ­κε στὴν πύ­λη τοῦ Οὐ­ρα­νοῦ καὶ με­τὰ τὴν 40ή μέ­ρα ἀ­πὸ τὸν θά­να­τό της, το­πο­θε­τή­θη­κε ἀ­πὸ τοὺς ἀγ­γέ­λους στὸ «πα­λά­τι» ποὺ ἦ­ταν προ­ο­ρι­σμέ­νο γιὰ τὸν ὅ­σιο Βα­σί­λει­ο καὶ τοὺς ὑ­πο­τα­κτι­κούς του.

5.      Τό “φω­τει­νό ὄν”.

      Τὸ φω­τει­νὸ ὂν πού ἐμ­φα­νί­ζε­ται, σὲ ὅ­λες τὶς σύγ­χρο­νες με­τα­θα­νά­τι­ες ἐμ­πει­ρί­ες, δὲν εἶ­ναι ἕ­νας ὁ­δη­γὸς ἄγ­γε­λος, ἀ­φοῦ τὸ ὂν αὐ­τὸ δὲν ἔ­χει συγ­κε­κρι­μέ­νη μορ­φή, δὲν ὁ­δη­γεῖ τὴν ψυ­χὴ που­θε­νά. Στα­μα­τᾶ γιὰ νὰ δι­α­λε­χθεῖ μὲ τὴν ψυ­χὴ καὶ τῆς δεί­χνει, σὲ τα­χύ­τα­τη ἀ­να­δρο­μὴ τὰ πε­ρα­σμέ­να γε­γονό­τα τῆς ζω­ῆς της. Δὲν εἶ­ναι στὴν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα ἄγ­γε­λος, κά­θε ὂν ποὺ ἐμ­φα­νί­ζε­ται ὡς ἄγ­γε­λος, ἀ­φοῦ «αὐ­τὸς γὰρ ὁ Σα­τα­νᾶς με­τα­σχη­μα­τί­ζε­ται εἰς ἄγ­γε­λον φω­τὸς» (β’ Κο­ρινθ. ι­α΄ 47). Ἔ­τσι λοι­πὸν τὰ ὄν­τα ποὺ ἔ­χουν τὴν μορ­φὴ ἀγ­γέ­λων, δὲν μπο­ροῦν πάν­το­τε νὰ ταυ­τι­σθοῦν μα­ζί τους. Αὐ­θεν­τι­κὲς συ­ναν­τή­σεις μὲ ἀγ­γέ­λους, στὶς σύγ­χρο­νες με­τα­θα­νά­τι­ες ἐμ­πει­ρί­ες, δὲν συμ­βαί­νουν σχε­δὸν πο­τέ.
      Εἶ­ναι λοι­πὸν δυ­να­τὸν, «τὸ φω­τει­νὸν ὂν» πού ἐμ­φα­νί­ζε­ται ὡς ἄγ­γε­λος, νὰ εἶ­ναι στὴν πραγ­μα­τικό­τη­τα ἕ­νας δαί­μο­νας με­ταμ­φι­ε­σμέ­νος σὲ ἄγ­γε­λο φω­τός, προ­κει­μέ­νου νὰ βά­λει σὲ πει­ρα­σμὸ τὸν ἑ­τοι­μο­θά­να­το, ἀ­κό­μα καὶ τὴν στιγ­μὴ κα­τὰ τὴν ὁ­ποί­α ἡ ψυ­χὴ ἀ­φή­νει τὸ σῶ­μα. Σὲ ἄλ­λες πε­ρι­πτώ­σεις, ἀ­κό­μα καὶ σὲ βί­ους Ἁ­γί­ων, συ­ναν­τᾶ­με πε­ρι­πτώ­σεις δαι­μο­νι­κῶν ὁ­ρά­σε­ων κα­τὰ τὴν ὥ­ρα τοῦ θα­νά­του, ποὺ ἀ­πο­σκο­ποῦν νὰ τρο­μο­κρα­τή­σουν τὸν ἀ­πο­θνή­σκον­τα καὶ νὰ τὸν κά­νουν νὰ χά­σει κά­θε ἐλ­πί­δα γιὰ τὴν σω­τη­ρί­α του.
     
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
1. «Η ΨΥΧΗ ΜΕΤΑ ΤΟΝ ΘΑΝΑΤΟ»
      π. Σε­ρα­φείμ Ρό­ουζ – Ἐκ­δό­σεις «ΜΥΡΙΟΒΙΒΛΟΣ».
2. Ὁ τε­λω­νι­σμὸς τῶν ψυ­χῶν κα­τὰ τὴν ὥ­ρα τοῦ Θα­νά­του.
ΠΗΓΗ: http://enromiosini.gr/