Παρασκευή, 20 Ιανουαρίου 2012

Νικόλαος Σωτηρόπουλος, «Παγκόσμια Κυβέρνηση», Ντοκιμαντέρ.


Παλαιά ταινία – ντοκιμαντέρ,  παραγωγή της εφημερίδας «Ορθόδοξος Τύπος».
Γιεχωβάδες, Πρωτόκολλα, Επαναστάσεις, Αρμαγεδδών.
Παρουσιάζει, ομιλεί ο θεολόγος Νικόλαος Σωτηρόπουλος.
Μορφή αρχείου:  wmv
Μέγεθος αρχείου:  446 mb
Κατεβάστε την ταινία, με δεξί κλικ – αποθήκευση ως, από τον παρακάτω σύνδεσμο:

Πέμπτη, 19 Ιανουαρίου 2012

Γέροντας Εφραίμ Φιλοθεΐτης Αριζόνα, «Ο Αόρατος Πόλεμος», Βιντεοσκ.ομιλία



Αυτό το βίντεο γυρίστηκε το 1992 στην Ελληνική Ορθόδοξη Εκκλησία του Τιμίου Σταυρού στο Pittsburgh, μετά από μια αναπάντεχη επίσκεψη του Γέροντος Εφραίμ.
Ο Γέροντας Εφραίμ, είναι αρχιμανδρίτης και πρώην ηγούμενος της Μονής Φιλοθέου στο Άγιο Όρος. Είναι επίσης ο Γέροντας τουλάχιστον τεσσάρων (από το 2002) από τις είκοσι βασικές μονές του Αγίου Όρους, και μία σκήτη, καθώς και πολλά μοναστήρια και μονές σε όλη την Ελλάδα. Είναι επίσης ο ιδρυτής των πολυάριθμων μοναστηριών στις Ηνωμένες Πολιτείες. Κατοικεί μόνιμα στη Φλωρεντία, στην Αριζόνα στο St Anthony στο Ελληνικό Ορθόδοξο Μοναστήρι.Ο Γέροντας Εφραίμ υπήρξε ιερομόναχος για τα τελευταία 60 χρόνια και ως ηγούμενος για σχεδόν 50 χρόνια. Ήταν μαθητής του Γέροντος Ιωσήφ του Ησυχαστή του Αγίου Όρους και έζησε την μοναχική υπακοή κοντά του για 12 χρόνια μέχρι την κοίμηση του Γέροντα Ιωσήφ την Εορτή της Κοιμήσεως της Θεοτόκου το 1959.

κατεβάστε την βιντεοσκοπημένη ομιλία, με δεξί κλικ - αποθήκευση ως, από τον παρακάτω σύνδεσμο:
http://www.paterikoslogos.com/kixem/Agion.Oros/Gerontas_Efraim_Filotheitis.flv

Άλλες ομιλίες του γέροντα Εφραίμ:
http://www.paterikoslogos.com/viewtopic.php?f=8&t=371&p=713&hilit=%CE%95%CF%86%CF%81%CE%B1%CE%AF%CE%BC+%CE%A6%CE%B9%CE%BB%CE%BF%CE%B8%CE%B5%CE%90%CF%84%CE%B7%CF%82&sid=5d4230500c9fe70b4ad6c3c475df1f76#p713

Τρίτη, 17 Ιανουαρίου 2012

Άγιον Όρος – Μοναχισμός και Ιστορία, Ντοκιμαντέρ από το ΣΚΑΪ


 «Όταν κρατούμε τον θώρακα της πίστεως θα αντέξουμε τον διάβολο και τα όργανά του, και κοιτάξτε όλους τους Αγίους. Κανένας δεν βρήκε ειρήνη. Ο Θεός τους παρέδωσε όλους σε βάσανα, σε θλίψεις, σε εξορίες σε σκοτωμούς, που απορούμε γιατί;
Άραγε υπάρχει γιατί;
Εν τω κόσμω θλίψην έξετε, έσεσθε μισούμενοι υπό πάντων δια το όνομά μου».

Γέρων Ιωσήφ Βατοπαιδινός

Ένα αφιέρωμα, της τηλεόρασης του ΣΚΑΪ στο μοναχισμό και σε ιστορικές μορφές της Ορθοδοξίας που έζησαν στο περιβόλι της Παναγιάς.
Προβλήθηκε στις 26/12/2011 λίγο μετά την προφυλάκιση του γέροντα Εφραίμ

Για πρώτη φορά στην ελληνική τηλεόραση προβάλλονται εικόνες από την επίσκεψη του Πατριάρχη Αθηναγόρα το 1963,  μιλάνε  οι  γέροντες: Ιωσήφ Βατοπαιδινός, Mωυσής Αγιορείτης, Εφραίμ Κατουνακιώτης, Εφραίμ Βατοπαιδινός, Αρσένιος Βατοπαιδινός, ο Αρχιμ. Ελισαίος, ηγούμενος Ι.Μ. Σίμωνόπετρας, ο Αρχιμ. Φιλόθεος, ηγούμενος Ι.Μ. Καρακάλλου, ενώ ακούγονται οι διδαχές φωτισμένων μοναχών όπως ο Γέροντας Παϊσιος,

Μορφή αρχείου: avi
Mέγεθος αρχείου: 362 mb

Κάντε δεξί κλικ πάνω στον παρακάτω σύνδεσμο και αποθήκευση ως….

Κυριακή, 15 Ιανουαρίου 2012

ΕΝΑ ΚΕΙΜΕΝΟ ΠΕΡΙ ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΕΩΣ


Ἕνα κείμενο περί Ἐξομολογήσεως
(ἀπό τό βιβλίο «Οἱ περιπέτειες ἑνός προσκυνητοῦ» σελ. 165 ἐκδ. Παπαδημητρίου)

Εἰς τό τέλος τῆς ἑβδομάδος, ἀφοῦ προπαρασκευάσθηκα καλά γιά τήν ἁγία Κοινωνία, πρίν ἐξομολογηθῶ, ἐσκέφθηκα ὅτι ἦταν μιά εὐκαιρία νά κάνω ἐκεῖ μιάν ἐξομολόγησιν ὅσον τό δυνατόν πιό λεπτομερῆ.  Ἄρχισα, λοιπόν, τήν προσπάθεια γιά νά θυμηθῶ ὅλα τά ἁμαρτήματα ἀπ’ τήν νεότητά μου καί γιά νά μή τυχόν λησμονήσω ἔστω καί τό παραμικρό, τά ἔγραψα μέ ὅση τό δυνατόν περισσότερη λεπτομέρεια.  Ἐγέμισα ἔτσι μιά μεγάλη κόλλα χαρτί μέ ὅλα αὐτά πού ἔγραψα.  Ἔπειτα, ὅμως, ἄκουσα ὅτι εἰς τήν Κιταβάγια Παστίνα, πού ἀπέχει περίπου τρία χιλιόμετρα ἀπό ἐκεῖ, ἐζοῦσεν ἕνας ἀσκητής ἱερεύς, ὁ ὁποῖος ἦτο σοφός ἄνθρωπος καί γεμᾶτος ἀπό κατανόηση.  Ὁποιοσδήποτε ἐπήγαινεν εἰς αὐτόν γιά νά ἐξομολογηθεῖ, εὑρισκόταν σέ μιάν ἀτμόσφαιρα γεμάτη ἀπό μειλιχιότητα καί συμπάθεια, ἀποχωροῦσε δέ χορτᾶτος ἀπό διδασκαλία γιά τήν σωτηρία του καί ἤρεμος ψυχικά.  Μέ μεγάλην εὐχαρίστηση ἐπληροφορήθηκα γιά ὅλα αὐτά καί ἀνεχώρησα ἀμέσως νά συναντήσω τόν ἄγιον αὐτόν γέροντα.

Ὅταν ἔφθασα, εἰς τήν ἀρχή, ἐζήτησα ὁλίγες συμβουλές, ὕστερα δέ ἀπό κάμποσην ὥρα συνομιλίας τοῦ ἐδιάβασα τό χαρτί μέ τίς ἁμαρτίες μου, πού εἶχα γράψει.  Ὅταν ἐτελείωσα τό διάβασμα, ἐκεῖνος μοῦ εἶπε:

«Παιδί μου, πολλά ἀπ’  αὐτά πού μοῦ ἐδιάβασες εἶναι χωρίς καμμιά ἀξία, οἱ συμβουλές μου δέ γιά τήν ἐξομολόγηση εἶναι γενικά οἱ ἐξῆς:

Πρῶτον: Δέν εἶναι ἀνάγκη νά ἐξομολογῆσαι ἁμαρτήματα γιά τά ὁποῖα ἄλλοτε μετενόησες, τά ἐξαγορεύθηκες καί ἐπῆρες τήν συγχώρηση.  Ὅταν τά ξαναεξομολογῆσαι εἶναι σάν νά θέτεις σέ ἀμφιβολία τή δύναμη τοῦ Μυστηρίου τῆς θείας Ἐξομολογήσεως.

Δεύτερον: Δέν πρέπει νά θυμᾶσαι εἰς τήν ἐξομολόγηση οὔτε καί νά ἀναφέρεις εἰς αὐτήν ἄλλα τυχόν πρόσωπα πού συνέβη νά εἶναι συνδεδεμένα μέ τίς ἁμαρτίες σου.  Δηλαδή, πρέπει νά ἐξομολογηθεῖς τά ἰδικά σου μόνον ἁμαρτήματα καί νά κρίνεις τόν ἑαυτό σου μόνον καί κανέναν ἄλλον.

Τρίτον: Δέν πρέπει νά ξεχνᾶς ὅτι οἱ ἅγιοι Πατέρες μᾶς ἀπαγορεύουν νά ἀναφέρουμε μέ ὅλες τίς λεπτομέρειες τά διάφορα ἁμαρτήματά μας, ἐπειδή εἶναι καλύτερο νά τά ὁμολογοῦμε καί νά τά ἀναγνωρίζουμε εἰς τίς γενικές τους γραμμές γιά νά ἀποφεύγεται ὁ πειρασμός ἀπό τήν ἐπανάληψη τῶν λεπτομερειῶν καί γιά τόν ἑαυτό μας καί γιά τόν πνευματικό.

Τέταρτον: Ὅταν μετανοεῖς πρέπει νά μετανοεῖς εἰλικρινά καί πραγματικά γιατί εἶναι γεγονός ὅτι ἡ μετάνοιά σου αὐτή σήμερα εἶναι ἀφρόντιστη χλιαρή καί πρόχειρη.

Πέμπτον: Ἀσχολήθηκες σήμερα μέ ἕνα σωρό λεπτομέρειες, ἐνῶ παρέλειψες τό κυριότερο πρᾶγμα, δηλαδή δέν ἀνέφερες τίς πιό βαρειές ἀπ’ ὅλες τίς ἁμαρτίες, γιατί δέν παραδέχθηκες, οὔτε ἔγραψες εἰς τό χαρτί, ὅτι δέν ἀγαπᾶς τόν Θεό, ὅτι μισεῖς τόν πλησίον σου, ὅτι δέν πιστεύεις εἰς τόν Λόγον τοῦ Θεοῦ, καί ὅτι εἶσαι γεμᾶτος ἀπό ὑπερηφάνεια καί φιλοδοξία, γεγονότα πού ἀποτελοῦν τήν τετραπλῆ μάζα τοῦ κακοῦ καί τά ὁποῖα εἶναι ἡ αἰτία ὅλων τῶν ἄλλων ἁμαρτημάτων μας.  Αὐτά εἶναι οἱ τέσσερεις κυριώτερες ρίζες, ἀπό τίς ὁποῖες φυτρώνουν ὅλα τά ἄλλα ἁμαρτήματα εἰς τά ὁποῖα πέφτουμε ὅλοι».

Ἡ ἔκπληξίς μου πραγματικά ἦταν μεγάλη ἀπό ὅσα ἄκουσα, γι’ αὐτό ἀπευθυνόμενος πρός τόν φημισμένο αὐτόν πνευματικό, τοῦ εἶπα: 

    «Νά μέ συγχωρήσεις, σεβαστέ πάτερ, ἀλλά πῶς εἶναι δυνατόν νά μή ἀγαπῶ τόν Θεό, τόν Πατέρα ὅλων μας καί Συντηρητή;  Σέ τί ἄλλο θά μποροῦσα νά πιστεύσω, ἐκτός ἀπό τόν Λόγο τοῦ Θεοῦ, ἡ εὐλογία τοῦ ὁποίου ἁγιάζει τά πάντα;  Ἐγώ θέλω πάντα τό καλό τοῦ πλησίον μου, ποιόν δέ λόγο θά εἶχα γιά νά τούς μισῶ;  Ὡς πρός τήν ὑπερηφάνεια, δέν ἔχω τίποτα γιά νά ὑπερηφανευθῶ, ἐκτός ἀπ’ τά ἀναρίθμητά μου ἁμαρτήματα.  Ἀλλ’ ἀκόμη τί καλό ἔχω ἐπάνω μου γιά νά ὑπερηφανευθῶ;  Μήπως τά πλούτη μου ἤ τήν ὑγεία μου;  Μόνον ἄν ἤμουν μορφωμένος ἤ πλούσιος, θά μποροῦσα νά ἔχω πέσει σέ σφάλματα σάν αὐτά πού μοῦ ἀνέφερες».

    «Ἀγαπητέ μου, εἶναι κρῖμα πού τόσο λίγο κατάλαβες τί ἐννοῶ μέ αὐτά πού εἶπα.  Κοίταξε!  Θά διδαχθεῖς πολύ καί γρήγορα, ἀπάνω σέ ὅσα σοῦ εἶπα, ἐάν διαβάσεις  αὐτές τίς σημειώσεις πού σοῦ δίνω, τίς ὁποῖες καί ἐγώ χρησιμοποιῶ εἰς τήν ἐξομολόγησή μου.  Διάβασέ τες προσεκτικά καί θά καταλάβεις ἐντελῶς καθαρά τήν ἀκριβῆ ἀπόδειξη ὅλων αὐτῶν πού σοῦ εἶπα καί τά ὁποῖα σέ ἐξέπληξαν»
Μού ἔδωσε τίς σημειώσεις καί ἐγώ ἄρχισα νά τίς διαβάζω.  Οἱ σημειώσεις αὐτές ἔχουν ἀκριβῶς ὡς ἐξῆς:

«Ἐξομολόγηση πού ὁδηγεῖ τόν ἔσω ἄνθρωπο σέ ταπείνωση».

    «Στρέφοντας τά μάτια μου προσεκτικά εἰς τόν ἑαυτό μου καί παρακολουθῶντας τήν πορεία τῆς ἐσωτερικῆς μου καταστάσεως, πιστοποιῶ ἀπό τήν πεῖρα μου, ὅτι δέν ἀγαπῶ τόν Θεόν, ὅτι δέν ἔχω θρησκευτική πίστη καί ὅτι εἶμαι γεμᾶτος ἀπό ὑπερηφάνεια καί ὑλοφροσύνη.  Ὅλα αὐτά τά βρίσκω εἰς τόν ἑαυτό μου μετά ἀπό λεπτο-μερῆ ἐξέταση τῶν αἰσθημάτων καί τῆς συμπεριφορᾶς μου. 

    Δέν ἀγαπῶ τόν Θεό.  Ἄν ἀγαποῦσα πραγματικά τόν Θεό θά εἶχα συνεχῶς τήν σκέψη μου στραμμένη πρός Αὐτόν καί θά ἤμουν εὐτυχισμένος.  Κάθε σκέψη γιά τό Θεό θά μοῦ ἔδινε χαρά καί ἀγαλλίαση.  Ἀντιθέτως, ὅμως, πολύ συχνότερα καί πολύ εὐκολώτερα σκέπτομαι διάφορα γήινα πράγματα, ἐνῶ ἡ ἀπασχόληση τῆς σκέψεώς μου μέ τόν Θεό καταντᾶ ἐργασία ἐπίπονη καί ξερή.  Ἐάν ἀγαποῦσα τόν Θεόν, ἡ συνομιλία μου μέ Αὐτόν, διά τῆς προσευχῆς θά ἦτο ἡ τροφή καί ἡ τρυφή μου καί θά μέ ὡδηγοῦσε σέ ἀδιάσπαστη ἐπικοινωνία μέ Αὐτόν.  Ὅμως, ὅλως ἀντίθετα, ὄχι μόνο δέν εὑρίσκω εὐχαρίστηση εἰς τήν προσευχή μου ἀλλά χρειάζεται κάθε φορά νά καταβάλλω προσπάθεια γιά νά προσευχηθῶ.  Ἀγωνίζομαι κατά τῆς ἀπροθυμίας, νικῶμαι ἀπό τήν ἁμαρτωλότητά μου καί εἶμαι πάντα πρόθυμος νά καταπατῶ μέ κάθε ἀνόητη σκέψη καί πρᾶγμα, ἀκόμη καί κατά τήν ὥρα τῆς προσευχῆς, γεγονότα, πού, ὅπως εἶναι φυσικόν, μικραίνουν τήν προσευχή καί ἀπομακρύνουν τήν σκέψιν ἀπό αὐτήν.  Ὁ καιρός μου περνᾶ ἀχρησιμοποίητος ἤ μᾶλλον χρησιμοποιεῖται σέ μάταιες ἀπασχολήσεις, ὅταν δέ ἀπασχολοῦμαι μέ τόν Θεόν, ὅταν θέτω τόν ἑαυτόν μου κάτω ἀπό τήν παρουσία Του, τότε κάθε ὥρα μοῦ φαίνεται πώς εἶναι ἕνας ὁλόκληρος χρόνος.  Ὅταν ἕνας ἄνθρωπος ἀγαπᾶ κάποιο πρόσωπο, τό σκέπτεται ὅλη τήν ἡμέρα χωρίς διακοπή, διατηρεῖ συνεχῶς τήν εἰκόνα του μέσα εἰς τήν καρδιά του, φροντίζει γι’ αὐτό καί σέ καμμιά περίπτωση τό ἀγαπημένο του πρόσωπο δέν φεύγει ἀπό τήν σκέψη του.  Ἐγώ, ὅμως ὁλόκληρη τήν ἡμέρα, εἶναι ζήτημα ἄν ξεχωρίζω ἔστω καί μιάν ὥρα γιά νά βυθισθῶ σέ ἐντρύφηση καί θεία μελέτη, γιά νά ζωογονήσω τήν καρδιά μου μέ τήν ἀγάπη μου πρός Αὐτόν, ἐνῶ μέ εὐκολία καί εὐχαρίστηση ἐξοδεύω τίς εἴκοσι τρεῖς ὧρες τοῦ ἡμερονυκτίου σάν μιά θερμή προσφορά καί θυσία  εἰς τά εἴδωλα τῶν διαφόρων παθῶν.

    Ὁλονένα συζητῶ γιά τιποτένια πράγματα καί γεγονότα, τά ὁποῖα μολύνουν τό πνεῦμα, κι αὐτό μοῦ δίνει εὐχαρίστηση.  Εἰς τίς σκέψεις μου γιά τόν Θεό, εἶμαι ξηρός, ἀπρόθυμος καί ἀμελής.  Κι ὅταν ἀκόμη χωρίς νά τό θέλω, συμβαίνει ὥστε ἄλλοι νά μέ παρακινήσουν σέ πνευματική συζήτηση, κοιτάζω νά μετατρέψω τό θέμα σέ κάτι ἄλλο, πιό εὐχάριστο εἰς τίς ἐπιθυμίες μου.  Εἶμαι τρομερά περίεργος γιά κάθε μοντέρνο, γιά τά πολιτικά καί γιά χίλια δυό ἄλλα ζητήματα.  Πολύ συχνά ζητῶ τήν ἱκανοποίηση εἰς τήν ἀγάπη πρός τίς κοσμικές γνώσεις, εἰς τήν ἐπιστήμη, εἰς τήν τέχνη, καί θέλω ὅλο καί περισσότερα ἀγαθά νά ἀποκτήσω.  Ἡ μελέτη τοῦ Νόμου τοῦ Θεοῦ, ἡ γνῶσις Αὐτοῦ καί τῆς Θρησκείας, δέν μοῦ κάνουν πολλήν ἐντύπωσιν, οὕτε ἱκανοποιοῦν τήν πνευματική  πεῖνα τῆς ψυχῆς μου.  Ὅλα αὐτά τά παραδέχομαι ὅτι εἶναι ὄχι μόνον ἀνούσια ἀπασχόληση γιά ἕνα χριστιανό, ἀλλ’ ἐπί πλέον καί ἀνωφελής.

    Ἐάν ἡ ἀγάπη πρός τόν Θεό εἶναι ἡ τήρησις τῶν ἐντολῶν Του, ὅπως ὁ Χριστός εἶπε «εἰ ἀγαπᾶτε με τάς ἐντολάς τάς ἐμᾶς τηρήσατε» ἐγώ ὄχι μόνο δέν τηρῶ τάς ἐντολάς Του, ἀλλ’ οὔτε καμμιά προσπάθεια καταβάλλω νά κατορθώσω τήν τήρησή τους.  Ἔτσι εἶναι ἀπόλυτη ἀλήθεια, τήν ὁποία εὔκολα συμπεραίνει κανείς, ὅτι δέν ἀγαπῶ τόν Θεόν.  Ἐπάνω σ’ αὐτό ὁ Μέγας Βασίλειος λέει: Ἡ ἀπόδειξις ὅτι ὁ ἄνθρωπος δέν ἀγαπᾶ τόν Θεό καί τόν Χριστόν, ἔγκειται εἰς τό γεγονός ὅτι δέν τηρεῖ τάς ἐντολάς του. 

    Δέν ἀγαπῶ οὔτε τόν πλησίον μου. Ἐάν ἀγαποῦσα τόν πλησίον μου, θά ἦτο δυνατόν νά σκεφθῶ καί νά ἀπόφασίσω νά δώσω καί τήν ζωήν μου γι’ αὐτόν, ἐάν θά ὑπῆρχε ἀνάγκη.  Ὄχι, ὅμως, αὐτό μόνον δέν κάνω, ἀλλ’ οὔτε καί τήν παραμικρή θυσία εἶμαι διατεθειμένος νά ὑποστῶ γι’ αὐτόν.  Ἐάν ἀγαποῦσα τόν πλησίον μου, σύμφωνα μέ τήν ἐντολήν τοῦ Εὐαγγελίου, οἱ λύπες του θά ἦσαν καί δικές μου λύπες καί οἱ χαρές του θά ἀντανακλοῦσαν εἰς τό πρόσωπό μου, ὅπως εἰς τό δικό του.  Ἀντιθέτως, ὅμως, εὐχαριστοῦμαι νά ἀκούω διάφορα ἄσχημα πράγματα γι’ αὐτόν, ἀντί νά λυποῦμαι καί νά πονῶ.  Τό κάθε κακό τυχόν πού ἀκούω γιά τόν πλησίον μου, ὄχι μόνον δέν τό σκεπάζω μέ ἀγάπη, ἀλλά τό διατυμπανίζω ὅπου μπορῶ μέ ἐσωτερικήν ἱκανοποίηση.  Ἡ εὐτυχία τοῦ πλησίον μου, ἡ τιμή του, τά ἀγαθά του δέν μέ εὐφραίνουν, μοῦ δίνουν δέ ἀντιθέτως τό συναίσθημα τῆς ἀδιαφορίας.  Τέλος, ὄχι λίγες φορές, καταλαμβάνουν τήν ψυχή μου περιφρόνηση καί φθόνος γιά τόν πλησίον μου. 

    Δέν ἔχω θρησκευτική πίστη.  Οὔτε εἰς τήν ἀθανασίαν, οὔτε εἰς τό Εὐαγγέλιο, διότι ἐάν ἤμουν τέλεια πεπεισμένος καί ἐπίστευα χωρίς ἀμφιβολία ὅτι μετά ἀπό τόν τάφο ξανοίγεται ἡ αἰώνιος ζωή καί ἡ ἀνταπόδοσις τῶν πεπραγμένων αὐτοῦ τοῦ κόσμου, θά ἐσκεπτόμουν συνεχῶς αὐτό, χωρίς ἀνάπαυλα.  Ἡ ἰδέα τῆς ἀθανασίας θά μέ συνέτριβε κυριολεκτικά καί θά ἐζοῦσα αὐτήν τήν πρόσκαιρη ζωή σάν ἕνας ξένος καί παρεπίδημος, που ἔχει πάντα εἰς τόν νοῦ του τήν φροντίδα νά ἀξιωθεῖ κάποτε νά φθάσει εἰς τήν γλυκειά του πατρίδα.  Ἀντίθετα, ὅμως, ἐγώ οὔτε κάν σκέπτομαι γιά τήν αἰωνιότητα καί συμπεριφέρομαι εἰς τήν ζωή μου σάν νά πιστεύω ὅτι τό τέλος τοῦ παρόντος βίου εἶναι καί τό τέρμα τῆς ἀνθρωπίνης ὑπάρξεώς μου.  Μέσα μου φωλιάζει ὑποσυνείδητα ἡ σκέψις πού συνοψίζεται εἰς τό : ποιός ξέρει καί ποιός εἶδε τά μετά θάνατον;

    Ὅταν μιλῶ γιά τήν ἀθανασία, τό μυαλό μου συμφωνεῖ μ’ ἐκείνην, ἐνῶ ἡ καρδιά μου πολύ ἀπέχει ἀπό τοῦ νά εἶναι πεπεισμένη γι’ αὐτήν.  Ὅλη αὐτή ἡ ἀπιστία μου ἀποδεικνύεται ἀπό τίς πράξεις μου καί ἀπό τήν συνεχεῖ φροντίδα νά ἱκανοποιῶ τήν ζωή τῶν αἰσθήσεων.  Ἐάν ἡ διδασκαλία τοῦ Εὐαγγελίου εἶχε κυριαρχήσει εἰς τή καρδιά μου μέ τήν ἀνάλογη πίστη, θά εἶχα καταλυφθεῖ ἀπ’ τό Λόγο τοῦ Θεοῦ καί θά τόν ἐμελετοῡσα, θἄβρισκε δέ ἡ ἀφοσίωσις καί ἡ προσοχή τήν κατοικία της εἰς τήν ψυχή μου.  Ἡ προσοχή, ἡ εὐσπλαγχνία, ἡ ἀγάπη πού κρύπτονται μέσα εἰς Αὐτόν θά μέ ὡδηγοῦσαν εἰς τήν χαρά καί τήν εὐτυχία τῆς μελέτης τοῦ Νόμου τοῦ Θεοῦ νύκτα καί ἡμέρα.  Εἰς τήν μελέτην αὐτήν θά εὕρισκα τροφή πνευματική, τόν ἐπιούσιον ἄρτον τῆς ψυχῆς μου καί ἡ καρδία μου θά παρεκινεῖτο εἰς τήν τήρησή του. 
Τίποτα εἰς τόν κόσμον αὐτόν δέν θἆ-ταν δυνατό νά μέ ἀποτρέψει ἀπ’ τήν ἐφαρμογή της εἰς τήν ζωή μου.  Ἀντιθέτως, ὅμως, ὅταν κάθε τόσο διαβάζω ἤ ἀκούω τόν Λόγο τοῦ Θεοῦ, ἄν ἡ ἀνάγκη ἤ ἡ ἀγάπη πρός τή γνώση μέ ὠθοῦν πρός τοῦτο, τόν παρακολουθῶ χωρίς τήν δέουσα προσοχή καί τόν εὑρίσκω τίς περισσότερες φορές καταθλιπτικό ἤ χωρίς σπουδαῖο ἐνδιαφέρον.  Συνήθως φθάνω εἰς τό τέλος τῆς μελέτης του χωρίς σπουδαία ὡφέλεια καί πάντα πρόθυμος νά τόν ἀλλάξω μέ ἐλαφρά ἀναγνώσματα πού μοῦ εἶναι πολύ ἐν-διαφέροντα καί μέ εὐχαριστοῦν.

     Εἶμαι πλήρης ἀπό ὑπερηφάνεια καί φιλαυτία.  Ὅλες μου οἱ ἐνέργειες τό βεβαιώνουν.  Βλέποντας κάτι καλό εἰς τόν ἑαυτόν μου, ἐπιθυμῶ νά τό κάνω ἐμφανές ἤ νά ὑπερηφανευθῶ γι’ αὐτό μπροστά  σέ ἄλλους ἀνθρώπους ἤ νά τό θαυμάσω μόνος μου ἐσωτερικῶς.  Ἄν καί ἐπιδεικνύω μίαν ἐξωτερική ταπεινοφροσύνη,  τήν ἀποδίδω σέ ἀποτελεσματικότητα τῆς ἰδικῆς μου δυνάμεως, θεωρῶ δέ τόν ἑαυτόν μου ἤ ἀνώτερον ἀπό τούς ἄλλους, ἤ τουλάχιστον ὄχι χειρότητό τους.  Ὅταν ἀνακαλύπτω ἕνα σφάλμα μου προσπαθῶ νά τό δικαιολογήσω καί νά τό σκεπάσω, λέγοντας: Τί νά κάνω;  Ἔτσι εἶμαι φτιαγμένος, ἤ δέν πειράζει, κανείς δέν θά μέ παρεξηγήσει.  Θυμώνω μέ ὅσους δέν δείχνουν ἐκτίμηση πρός τό πρόσωπό μου καί τούς πιστεύω ὅτι εἶναι ἄνθρωποι πού δέν ἠμπο-ροῦν νά ἐκτιμήσουν τήν ἀξία τοῦ ἄλλου.   Ἀγάλλομαι γιά τά χαρίσματά μου, καί ὅλες μου τίς πτώσεις τίς θεωρῶ ἐντελῶς προσωπικό μου ζήτημα.  Ἐνῶ εἶμαι μεμψίμοιρος, εὑρίσκω εὐχαρίστησιν εἰς τίς ἀτυχίες τῶν ἐχθρῶν μου.  Ὅταν ἀγωνίζωμαι γιά κάτι καλό τό κάνω μέ τόν σκοπό ἤ νά κερδίσω ἐπαίνους, ἤ νά δώσω κάποια ἐλαστικότητα εἰς τόν πνευματικό μου ἑαυτό, ἤ νά πάρω μιά πρόσκαιρη παρηγορία.

    Μέ μιά λέξη, συνεχῶς κατασκευάζω ἕνα εἴδωλο τοῦ ἑαυτοῦ μου πρός τό ὁποῖον ἀποδίδω ἀδιάκοπες τίς ὑπηρεσίες μου, φροντίζοντας μέ κάθε τρόπο γιά τήν εὐχαρίστησή μου καί τήν καλλιέργεια τῶν παθῶν καί τῶν ἐπιθυμιῶν μου.  Πράττοντας ὅλα αὐτά ἀναγωρίζω τόν ἑαυτόν μου νά εἶναι γεμᾶτος ἀπό ὑπερηφάνεια, ἀπό διάφορες σαρκικές ἐπιθυμίες, ἀπό ἀπιστίαν, ἀπό ἔλλειψιν ἀγάπης πρός τόν Θεό καί ἀπό κακία πρός τόν πλησίον μου.  Ποιά κατάσταση θά μποροῦσε νά ὑπάρξει πιό ἁμαρτωλή ἀπό αὐτήν;  Ἡ κατάστασις τῶν πνευμάτων τοῦ σκότους πρέπει νά εἶναι καλύτερη ἀπό τήν ἰδικήν μου.  Ἐκεῖνα, ἄν καί δέν ἀγαποῦν τόν Θεό, ἄν καί μισοῦν τούς ἀνθρώπους καί τροφή τους εἶναι ἡ ὑπερηφά-νεια, μ’ ὅλα ταῦτα πιστεύουν εἰς τόν Θεό καί φρίττουν.  Ἐγώ ὅμως; Μπορῶ νά βρεθῶ σέ χειρότερη κόλασιν ἀπ’ αὐτήν πού ἀντιμε-τωπίζω; Πῶς δέ δέν θά λάβω τήν πιό αὐστηρή τιμωρία γιά τήν ἀνόητη καί ἀπρόσεκτη ζωή μου, τήν ὁποίαν ἀναγνωρίζω ὅτι ζῶ; 

Διαβάζοντας ὅλον αὐτόν τόν τύπον τῆς ἐξομολογήσεως πού μοῦ ἔδωσεν ὁ ἱερεύς, τρομοκρατημένος ἐσκέφθηκα καί εἶπα μέσα μου: «Θεέ καί Κύριε!  Τί φοβερά ἁμαρτήματα ὑπάρχουν κρυμμένα μέσα μου καί μέχρι τώρα δέν τά εἶχα ἀνακαλύψει!».  Ἡ ἐπιθυμία νά καθαρισθῶ ἀπό αὐτά μέ ἔκαναν νά ἱκετεύσω αὐτόν τόν μεγάλον ἐξομολόγο νά μέ διδάξει πῶς νά γνωρίσω τήν αἰτίαν ὅλου αὐτοῦ τοῦ κακοῦ καί πῶς νά θεραπεύσω ἀπ’ αὐτό τόν ἑαυτόν μου.  Ἔτσι ὁ ἅγιος αὐτός πνευματικός ἄρχισε νά μέ καθοδηγεῖ λέγοντας:  Παιδί μου καί ἀδελφέ μου, ἡ αἰτία τῆς ἐλλείψεως ἀγάπης πρός τόν Θεό εἶναι ἔλλειψις πίστεως.  Ἡ ἔλλειψις  αὐτή τῆς πίστεως εἶναι ἡ αἰτία τῆς ἐλλείψεως τῆς πεποιθήσεως καί ἡ αἰτία τοῦ τελευταίου αὐτοῦ, εἶναι ἡ ἀποτυχία μας ὡς πρός τήν ἀναζήτηση τῆς ἀληθινῆς καί ἁγίας γνώσεως καί ἡ ἀδιαφορία μας ὡς πρός τήν ἀναζήτηση τοῦ φωτός τοῦ πνεύματος.  Μέ μιά λέξη ἄν δέν πιστεύεις δέν μπορεῖς νά ἀγαπᾶς... Μέ τήν ἁγιαστική μελέτη τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ καί μέ τήν ἀπόκτηση πείρας, πρέπει νά γεννηθεῖ εἰς τήν ψυχή σου μία δίψα, μιά ἀκατάσχετη ἐπιθυμία, κάτι σάν θαῦμα, τό ὁποῖον θά σοῦ φέρει μιάν ἀσίγαστη ἐπιθυμία νά μάθεις, ὅσο μπορεῖς πιό πολύ, πιό τέλεια, πιό βαθειά, ὅ,τι περιβάλλει ὅλους μας...

       Φαντάζομαι τώρα πώς θά κατάλαβες ὅτι ἡ αἰτία τῶν ἁμαρτημάτων, τά ὁποῖα ἐδιάβασες προηγουμένως, εἶναι ἡ ἀδράνεια τῆς ψυχῆς μας γιά σκέψεις ἐπάνω σέ πνευματικά πράγματα, ἀδράνεια πού ξηραίνει τά συναισθήματα καί τήν ἀνάγκη τῆς ψυχῆς γιά παρόμοιες πνευματικές ἐντρυφήσεις.  Ἐάν θέλεις νά μάθεις πῶς θά νικήσεις αὐτήν τήν αἰτία τοῦ κακοῦ, φρόντισε νά ἀποκτήσεις μέ ὅλη σου τήν δύναμη τήν φώτιση τοῦ πνεύματος, τήν φώτιση τῆς ψυχῆς, μέ ἐπιμελῆ καί ἁγιαστική μελέτη τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ, μέ τήν μελέτη τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας, μέ τίς συμβουλές πνευματικῶν ἀνθρώπων καί μέ συζητήσεις μέ ἄτομα πού εἶναι σοφοί καί γεμᾶτοι ἀπό Χριστό... Ἄς κάνουμε τήν προσπάθεια αὐτή καί ἄς προσευχώμεθα, ὅσο συχνότερα μποροῦμε μέ τά λόγια: Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, κάνε μας νά σέ ἀγαπήσουμε τόσον, ὅσο πρίν γνωρίσουμε Σένα, ἀγαπούσαμε τήν ἁμαρτία.


Πέμπτη, 12 Ιανουαρίου 2012

«ΤΟ ΤΑΞΙΔΙ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ» ΜΕΤΑ ΤΟΝ ΣΩΜΑΤΙΚΟ ΘΑΝΑΤΟ




1.      Τό σύγ­χρο­νο φαι­νό­με­νο τῶν «με­τα­θα­νά­τι­ων» ἐμ­πει­ρι­ῶν.
      
  Τὸ θέ­μα τῆς με­τὰ θά­να­τον ζω­ῆς, ἔ­χει τὰ τε­λευ­ταῖα χρό­νια ἀ­πο­τε­λέ­σει ἀν­τι­κεί­με­νο με­γά­λου ἐν­δι­α­φέ­ρον­τος γιὰ τὸ πλα­τὺ κοι­νὸ στὸν Δυ­τι­κὸ κό­σμο. Ἔτσι τε­λευ­ταῖα ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ ἔ­ρευ­νες καὶ βι­βλί­α ποὺ πε­ρι­γρά­φουν «με­τα­θα­νά­τι­ες ἐμ­πει­ρί­ες», στὰ ὁ­ποῖ­α φη­μι­σμέ­νοι για­τροί, κυ­ρί­ως ψυ­χί­α­τροι καὶ ἄλ­λοι ἐ­πι­στή­μο­νες, ἔ­χουν κα­τα­γρά­ψει μαρ­τυ­ρί­ες καὶ με­λέ­τες, στη­ρι­ζό­με­νες σὲ «ἐμ­πει­ρί­ες» ἀν­θρώ­πων ποὺ πέ­θα­ναν καὶ ἐ­πέσ­τρε­ψαν στὴν ζω­ή, χά­ρις στὶς φρον­τί­δες τῶν εἰ­δι­κῶν ἰα­τρῶν. Με­ρι­κὰ χρό­νια πρίν, τὸ θέ­μα αὐ­τὸ ἀ­πο­τε­λοῦ­σε «ταμ­ποὺ» γιὰ τὸν ἰ­α­τρι­κὸ κό­σμο, ἐ­πα­νῆλ­θε δὲ στὸ προ­σκή­νιο χά­ρις στὶς νέ­ες τε­χνι­κὲς ἐ­πα­να­φο­ρᾶς στὴν ζω­ὴ τῶν «κλι­νι­κὰ νε­κρῶν» μὲ δι­έ­γερ­ση τῆς καρ­διᾶς. Οἱ ἀ­σθε­νεῖς αὐ­τοί, με­τὰ τὴν ἐ­πά­νο­δό τους στὴν ζω­ή, μί­λη­σαν γιὰ τὶς ἐμ­πει­ρί­ες ποὺ ἔ­ζη­σαν κα­τὰ τὴν διά­ρκεια τῆς ἐ­ξό­δου των ἀ­πὸ τὸ σῶ­μα.

2.      Ἡ ἐ­ξω­σω­μα­τι­κή ἐμ­πει­ρί­α.
 
   Τὸ πρῶ­το πράγ­μα ποὺ συμ­βαί­νει σὲ ἕ­ναν ἄν­θρω­πο ποὺ ἔ­χει πε­θά­νει, σύμ­φω­να μὲ τὶς πε­ρι­γρα­φὲς αὐ­τές, εἶ­ναι ὅ­τι ἀ­φή­νει τὸ σῶ­μα του καὶ ὑ­πάρ­χει τε­λεί­ως χω­ρι­στὰ ἀ­π᾿ αὐ­τό, χω­ρὶς νὰ χά­νει οὔ­τε στιγμὴ τὴν συ­νεί­δη­σή του. Συ­χνὰ μπο­ρεῖ νὰ πα­ρα­τη­ρεῖ τὰ πάν­τα γύ­ρω του, ἀ­κό­μα καὶ τὸ ἴ­διο του τὸ νε­κρὸ σῶ­μα (σὰν νὰ ἦ­ταν ἕ­να νε­κρὸ ζῶ­ο), βλέ­πον­τας συγ­χρό­νως τὶς προ­σπά­θει­ες τῶν ἰα­τρῶν νὰ τὸ ἐ­πα­να­φέ­ρουν στὴν ζω­ή. Αἰ­σθά­νε­ται μί­α ἀ­νώ­δυ­νη ζε­στα­σιὰ καὶ γα­λή­νη σὰν νὰ πλέ­ει ἢ νὰ αἰ­ω­ρεῖ­ται στὸν ἀ­έ­ρα. Βλέ­πει ὅ­λα ὅ­σα δι­α­δρα­μα­τί­ζον­ται γύ­ρω του, ἀλ­λὰ εἶ­ναι τε­λεί­ως ἀ­νί­κα­νος νὰ ἐ­πι­δρά­σει στὸ πε­ρι­βάλ­λον του μὲ τὴν ὁ­μι­λί­α ἢ μὲ τὴν ἁ­φὴ καὶ ἔ­τσι νοι­ώ­θει μί­α ἔν­το­νη μο­να­ξιὰ. Οἱ λει­τουρ­γί­ες τῆς σκέ­ψης του γί­νον­ται πο­λὺ πιὸ γρή­γο­ρες ἀπ᾿ ὅ­τι ἦ­ταν ὅ­ταν ἡ ψυ­χὴ του βρί­σκον­ταν μέ­σα στὸ σῶ­μα.
      Ἡ Dr. Elisabeth Kubler-Ross στό βι­βλί­ο της “Death does not exist” τοῦ 1977 (σελ. 103, 104) ἀ­να­φέ­ρει τὴν πε­ρί­πτω­ση μί­ας τυ­φλῆς γυ­ναί­κας, ἡ ὁ­ποί­α «εἶ­δε» καὶ πε­ρι­έ­γρα­ψε τὰ πάν­τα μέ­σα στὸ δω­μά­τιο ποὺ «πέ­θα­νε» καὶ ὅ­ταν ἐ­πα­νῆλ­θε στὴ ζω­ὴ ἦ­ταν καὶ πά­λι τυ­φλὴ - μί­α ἐν­τυ­πω­σια­κὴ ἔν­δει­ξη, ὅ­τι δὲν εἶ­ναι τὸ μά­τι, οὔ­τε ὁ ἐγ­κέ­φα­λος ποὺ σκέ­πτε­ται. Εἶ­ναι ἡ ψυ­χή, ποὺ ἐ­πι­τε­λεῖ τὶς λει­τουρ­γί­ες αὐ­τὲς τῶν σω­μα­τι­κῶν ὀρ­γά­νων γιὰ ὅ­σο δι­ά­στη­μα τὸ σῶ­μα εἶ­ναι ζων­τα­νό, ἀλ­λὰ μὲ δι­κή της μό­νο δύ­να­μη, ὅ­ταν τὸ σῶ­μα εἶ­ναι νε­κρό.
     Με­ρι­κοὶ σχο­λι­ά­ζον­τας τέ­τοι­ου εἴ­δους ἐμ­πει­ρί­ες, ἐκ­φρά­ζουν ἀμ­φι­βο­λί­ες γιὰ τὸ ἂν τὸ πρό­σω­πο εἶ­ναι πράγ­μα­τι νε­κρό, στὴν πε­ρί­πτω­ση ποὺ ἐ­πα­νέρ­χε­ται στὴν ζω­ὴ μέ­σα σὲ λί­γα λε­πτά. Ἀ­πάν­τη­ση σ᾿ αὐ­τὸ μό­νο ἡ ἰ­α­τρι­κὴ ἐ­πι­στή­μη μπο­ρεῖ νὰ δώ­σει. Γε­γο­νὸς ὅ­μως πα­ρα­μέ­νει ὅ­τι σ᾿ αὐ­τὰ τὰ λί­γα λε­πτά, ἀ­κό­μα καὶ στὰ λε­πτὰ ποὺ προ­η­γοῦν­ται τοῦ θα­νά­του, οἱ ἄν­θρω­ποι βι­ώ­νουν ἐμ­πει­ρί­ες ποὺ δὲν μπο­ροῦν νὰ ἑρ­μη­νευ­θοῦν ὡς ἁ­πλὲς πα­ραι­σθή­σεις.

3.      Ἡ συ­νάν­τη­ση μέ τούς ἄλ­λους.

Με­τὰ τὸν σω­μα­τι­κὸ θά­να­το, ἡ ψυ­χὴ πα­ρα­μέ­νει γιὰ μι­κρὸ δι­ά­στη­μα στὴν ἀρ­χι­κὴ κα­τά­στα­ση τῆς μο­να­ξιᾶς. Σὲ πολ­λὲς πε­ρι­πτώ­σεις, οἱ ἄν­θρω­ποι, λί­γο πρὶν πε­θά­νουν, βλέ­πουν ξαφ­νι­κὰ πε­θα­μέ­νους συγ­γε­νεῖς καὶ φί­λους τους (βλ. Dr. Moody “Life after Life” σελ. 44). Εἶ­ναι ἡ λε­γο­μέ­νη «ὑ­πε­ραι­σθητὴ ἀν­τί­λη­ψη» ἤ ΕXP: “Εxtra Sensory Perception”.
Ἔ­χει πα­ρα­τη­ρη­θεῖ, κα­τὰ τὸν θά­να­το ἁ­γί­ων ἀν­θρώ­πων, νὰ ἐκ­δη­λώ­νον­ται «ἔ­κτα­κτα ση­μεῖ­α τῆς χά­ρι­τος» τοῦ Θε­οῦ καὶ ὅ­λοι ἢ με­ρι­κοὶ ἀ­πὸ αὐ­τοὺς ποὺ βρί­σκον­ται κον­τὰ στὸν ἑ­τοι­μο­θά­να­το, ἔ­χουν τὴν δυ­να­τό­τη­τα νὰ δοῦν «ὁ­ρά­μα­τα ἀ­πὸ τὸν ἄλ­λο κό­σμο» (π.χ. ὑ­περ­κό­σμιο φῶς νὰ λού­ζει τὸν ἑ­τοιμο­θά­να­το ἢ ἄρ­ρη­τη εὐ­ω­δί­α νὰ γε­μί­ζει τὸν χῶ­ρο, ἢ ὑ­περ­κό­σμι­ες ψαλ­μω­δί­ες νὰ ἀ­κού­γον­ται κ.λ.π. (βλ. σελ. 39 ἀπό τό Βι­βλί­ο «Η ΨΥΧΗ ΜΕΤΑ ΤΟΝ ΘΑΝΑΤΟ» π. Σε­ρα­φείμ Ρό­ουζ, Ἐκ­δό­σεις «ΜΥΡΙΟΒΙΒΛΟΣ»).
Ὁ Ἅγ. Γρη­γό­ριος ὁ Δι­ά­λο­γος λέ­γει, ὅ­τι «μό­νο ὁ ἑ­τοι­μο­θά­να­τος ἀ­να­γνω­ρί­ζει ἄ­το­μα», ἐ­νῶ στοὺς δι­καί­ους «ἐμ­φα­νί­ζον­ται οἱ Ἅ­γιοι τῆς Βα­σι­λεί­ας τῶν Οὐ­ρα­νῶν». Ἡ δι­ά­κρι­ση αὐ­τὴ δὲν ὑ­πο­δει­κνύ­ει ἁ­πλῶς τὴν δι­α­φο­ρε­τι­κὴ με­τα­θα­νά­τια ἐμ­πει­ρί­α με­τα­ξὺ δι­καί­ων καὶ κοι­νῶν ἁ­μαρ­τω­λῶν, ἀλ­λὰ εἶ­ναι ἄ­με­σα συν­δε­δε­μέ­νη μὲ τὴν δι­α­φο­ρε­τι­κὴ με­τα­θα­νά­τια κα­τά­στα­ση ἁ­γί­ων καὶ τῶν κοι­νῶν ἁ­μαρ­τω­λῶν. Οἱ ἅ­γιοι ἔ­χουν με­γά­λη ἐ­λευ­θε­ρί­α νὰ πρε­σβεύ­ουν ὑ­πὲρ τῶν ζών­των καὶ νὰ σπεύ­δουν πρὸς βο­ή­θειά τους, ἐ­νῶ οἱ ἀ­πο­θα­νόν­τες ἁ­μαρ­τω­λοὶ ἐ­κτὸς ἀ­πὸ πο­λὺ εἰ­δι­κὲς πε­ρι­πτώ­σεις, δὲν ἔ­χουν καμ­μί­α ἐ­πα­φὴ μὲ τοὺς ζῶν­τες.
Οἱ Πα­τέ­ρες γε­νι­κῶς λέ­γουν ὅ­τι «οἱ νε­κροὶ κα­τὰ γε­νι­κὸν κα­νό­να δὲν ἐμ­φα­νί­ζον­ται στοὺς ζῶν­τες». Οἱ πε­ρι­πτώ­σεις ἐμ­φα­νί­σε­ως νε­κρῶν στοὺς ζῶν­τες εἶ­ναι σὲ ἐ­λά­χι­στες πε­ρι­πτώ­σεις «ἔρ­γο τῶν ἀγ­γὲλων» καὶ στὶς πε­ρισ­σό­τε­ρες πε­ρι­πτώ­σεις ἔρ­γο τῶν δαι­μό­νων, ποὺ ἀ­πο­σκο­ποῦν νὰ ὁ­δη­γή­σουν τοὺς ἀν­θρώ­πους σὲ δι­α­μόρ­φω­ση μιᾶς ἐ­σφαλ­μέ­νης δι­δα­σκα­λί­ας πε­ρὶ τῆς με­τὰ θά­να­τον ζω­ῆς (πρβλ. Ἁ­γί­ου Αὐ­γου­στί­νου «πε­ρὶ φρον­τί­δος τῶν νε­κρῶν» Κεφ. 13 σελ. 378 -’Saint Augustine’s “Care for the Dead”). Γε­νι­κά θά πρέ­πει νά πι­στεύ­ου­με, ὅτι οἱ Ἅ­γιοι καὶ οἱ Μάρ­τυ­ρες δι­α­μέ­σου τῆς θεί­ας δυ­νά­με­ως συμ­με­τέ­χουν στὶς ὑ­πο­θέ­σεις τῶν ζών­των, ἀλ­λὰ οἱ νε­κροὶ ἀ­πὸ μό­νοι τους δὲν ἔ­χουν τὴν δύ­να­μη νὰ πα­ρέμ­βουν σ᾿ ­αὐ­τὲς. Ἔ­τσι, ὅ­ταν ἔ­χου­με πα­ρεμ­βά­σεις νε­κρῶν μὲ ζῶν­τες ἢ ἐ­πι­κοι­νω­νί­α νε­κρῶν μὲ ζῶν­τες, αὐ­τοὶ ποὺ φαί­νον­ται σὰν προ­σφι­λεῖς νε­κροὶ δὲν εἶ­ναι ἄλ­λοι πα­ρὰ δαί­μο­νες, πού μι­μοῦν­ται τὴν φω­νὴ ἢ τὴν συμ­πε­ρι­φο­ρὰ τῶν προ­σφι­λῶν μας νε­κρῶν.
4.     Ἐμ­φα­νί­σεις ἀγ­γέ­λων καί δαι­μό­νων κα­τά τήν ὥρα τοῦ θα­νά­του.

 Ἀ­μέ­σως με­τὰ τὸν χω­ρι­σμὸ τῆς ψυ­χῆς ἀ­πὸ τὸ σῶ­μα, πα­ρα­λαμ­βά­νουν τὴν ψυ­χὴ δύ­ο ἄγ­γε­λοι. Ὁ ἕ­νας εἶ­ναι ὁ φύ­λα­κας ἄγ­γε­λος καὶ ὁ δεύ­τε­ρος εἶ­ναι ὁ ἄγ­γε­λος τῆς ὑ­πο­δο­χῆς. Οἱ ἄγ­γε­λοι αὐ­τοὶ ἔ­χουν σὰν ἀ­πο­στο­λὴ νὰ συ­νο­δέ­ψουν τὴν ψυ­χὴ τοῦ ἀ­πο­θα­νόν­τος στὸ με­τα­θα­νά­τιο τα­ξί­δι της, περ­νών­τας μέ­σα ἀ­πὸ τὶς ὁ­μά­δες τῶν ἐ­να­ε­ρί­ων δαι­μο­νί­ων (τὰ ἐ­να­έ­ρια τε­λώ­νια), τὰ ὁ­ποῖ­α φο­ρο­λογοῦν τρό­πον τι­νά τὴν ψυ­χή, δηλ. τὴν ἐ­λέγ­χουν καὶ τὴν κα­τη­γο­ροῦν (ἀ­λη­θῶς ἀλ­λὰ καὶ ψευ­δῶς κά­ποι­ες φο­ρὲς) γιὰ δι­ά­φο­ρες ἁ­μαρ­τί­ες ποὺ ἔ­χει δι­α­πρά­ξει, ὅ­σο ζοῦ­σε μὲ τὸ σῶ­μα της, καὶ τὴν δι­εκ­δικοῦν ἀ­πὸ τοὺς ἀγγέ­λους, προ­βάλ­λον­τας δι­και­ώ­μα­τα ἐ­π᾿ αὐ­τῆς, ἐ­ὰν αὐ­τὴ εἶ­χε ἁ­μαρ­τή­σει μὲ τὴν πα­ρα­κί­νη­σή τους. Οἱ ἄγ­γε­λοι τὴν ὑ­πε­ρα­σπί­ζον­ται προ­βάλ­λον­τας τὶς κα­λές της πρά­ξεις ἢ τὴν με­τά­νοι­ά της.
 Ἡ δι­α­δι­κα­σί­α αὐ­τὴ εἶ­ναι ἐ­ξαι­ρε­τι­κὰ ἐ­πώ­δυ­νη καί τα­λαι­πω­ρεῖ ἀ­φάν­τα­στα τὴν ψυ­χὴ, ἡ ὁ­ποί­α φρίτ­τει καὶ τρέ­μει ἀ­πὸ τὴν πα­ρου­σί­α τῶν πο­νη­ρῶν πνευ­μά­των, ποὺ τῆς προ­κα­λοῦν φρί­κη καὶ φό­βο, μὲ τὶς φω­νές, τὶς ἀ­πει­λές τους καὶ τὴν λύσ­σα τῆς κα­κί­ας καὶ μο­χθη­ρί­ας τους. Ἡ ψυ­χὴ γιὰ νὰ ἀ­πο­φύ­γει τοὺς δαί­μο­νες, κουρ­νιά­ζει στὴν ἀγ­κα­λιὰ τῶν ἀγ­γέ­λων ποὺ προ­σπα­θοῦν νὰ τὴν σώ­σουν ἀ­πὸ τὴν λυσ­σώ­δη κα­κί­α τῶν δαι­μό­νων. Τέ­λος τὴν 40ή ἡ­μέ­ρα (ἀ­πὸ τὸν θά­να­το τοῦ σώ­μα­τος), ἡ ψυ­χὴ φθά­νει μπρο­στὰ στὸν θρό­νο τοῦ Θε­οῦ, ὁ ὁ­ποῖ­ος ἐκ­φέ­ρει τὴν προ­σω­ρι­νὴ ἀ­πό­φα­ση γιὰ τὴν τύ­χη της. Πρό­γευ­ση τῆς αἰ­ώ­νιας μελ­λον­τι­κῆς χα­ρᾶς ἢ πρό­γευ­ση τῆς αἰ­ώ­νιας μελ­λον­τι­κῆς κα­τα­δί­κης. Ἡ τε­λι­κὴ κρί­ση καὶ ἡ τε­λε­σί­δι­κη κα­τά­στα­ση τῆς ψυ­χῆς θὰ γί­νει κα­τὰ τὴν Δευ­τέ­ρα Πα­ρου­σί­α τοῦ Χρι­στοῦ, ὅ­που θὰ κρι­θοῦν ὅ­λοι οἱ ἄν­θρω­ποι ὅ­λων τῶν ἐ­πο­χῶν, μὲ μό­νο κρι­τή­ριο: τὴν ἀ­γά­πη ποὺ ἔ­δω­σαν στοὺς συ­ναν­θρώ­πους τους. Μέ­χρι τό­τε ὅ­μως, μπο­ρεῖ νὰ ὑ­πάρ­ξει μι­κρὴ βελ­τί­ω­ση στὴν κα­τά­στα­ση τῶν ψυ­χῶν ἀ­πὸ τὶς προ­σευ­χὲς τῶν ζών­των ὑ­πὲρ αὐ­τῶν (μνη­μό­συ­να τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας καὶ ἀ­το­μι­κὲς προ­σευ­χὲς) καὶ τὶς ἀ­γα­θο­ερ­γί­ες καὶ ἐ­λε­η­μο­σύ­νες αὐ­τῶν ὑ­πὲρ τῶν «κε­κοι­μη­μέ­νων».
Στὸν βί­ο τοῦ Ἁ­γί­ου Βα­σι­λεί­ου τοῦ νέ­ου (ἑ­ορ­τά­ζει στὶς 26 Μαρ­τί­ου), ὁ ὁ­ποῖ­ος ἔ­ζη­σε τὸν 10ο αἰ­ῶ­να, ἀ­να­φέ­ρε­ται μί­α λε­πτο­με­ρὴς πε­ρι­γρα­φὴ τοῦ τα­ξι­διοῦ τῆς ψυ­χῆς με­τὰ τὸν σω­μα­τι­κὸ θά­να­το, δι­α­μέ­σου τῶν «ἐ­να­ε­ρί­ων τε­λω­νί­ων». Ἀ­φο­ρᾶ τὴν ψυ­χὴ τῆς γε­ρόν­τισ­σας Θε­ο­δώ­ρας, μιᾶς ἡ­λι­κι­ω­μέ­νης γυ­ναί­κας, ποὺ τὰ τε­λευ­ταῖα χρό­νια τῆς ζω­ῆς της, ὑ­πη­ρε­τοῦ­σε στὸ μο­να­στή­ρι τοῦ ὁ­σί­ου Βα­σι­λεί­ου. Με­τὰ ἀ­πὸ ἔν­το­νες πα­ρα­κλή­σεις τοῦ ὑ­πο­τα­κτι­κοῦ τοῦ ὁ­σί­ου Βα­σι­λεί­ου, μο­να­χοῦ Γρη­γορί­ου, ὁ ὁ­ποῖ­ος εἶ­χε ἔν­το­νη πε­ρι­έρ­γεια νὰ μά­θη τί ἀ­πέ­γι­νε ἡ ψυ­χὴ τῆς γε­ρόν­τι­σας Θε­ο­δώ­ρας καὶ με­τὰ ἀ­πὸ προ­σευ­χὴ τοῦ ὁ­σί­ου, ἐμ­φα­νί­στη­κε στὸν ὕ­πνο τοῦ Γρη­γο­ρί­ου ἡ γε­ρόν­τισ­σα καὶ τοῦ δι­η­γή­θη­κε μὲ λε­πτο­μέ­ρει­ες, τὸ τα­ξί­δι τῆς ψυ­χῆς της ἀ­πὸ τὴν ὥ­ρα τοῦ σω­μα­τι­κοῦ της θα­νά­του (χω­ρι­σμὸς τῆς ψυ­χῆς ἀ­πὸ τὸ σῶ­μα), μέ­χρι νὰ φθά­σει στὸ θρό­νο τοῦ Θε­οῦ. Πέ­ρα­σε ἀ­πὸ 23 ὁ­μά­δες δαι­μό­νων (τὰ ἐ­να­έ­ρια τε­λώ­νια), τὰ ὁ­ποῖ­α ζη­τοῦ­σαν μὲ λύσ­σα καὶ ἀ­φάν­τα­στη κα­κί­α, δι­και­ώ­μα­τα γιὰ τὶς ἁ­μαρ­τί­ες ποὺ εἶ­χε δι­α­πρά­ξει μὲ τὴν προ­τρο­πή τους, σὰν ἕ­να εἶ­δος φό­ρου ποὺ πλη­ρώ­νει κα­νεὶς στὸ τε­λω­νεῖ­ο, ὅ­ταν εἰ­σά­γει πράγ­μα­τα ἀ­πὸ ἄλ­λη χώ­ρα. 
Τά δι­ά­φο­ρα τε­λώ­νια (ὁ­μά­δες δαι­μό­νων ἐ­ξει­δι­κευ­μέ­νων σὲ δι­ά­φο­ρα ἁ­μαρ­τή­μα­τα), πού ἀ­να­φέ­ρει στὴν δι­ή­γη­σή της ἡ γε­ρόν­τισ­σα Θε­ο­δώ­ρα, εἶ­ναι τὰ ἑ­ξῆς: «Τε­λώ­νιον» τῆς κα­τα­λα­λιᾶς, τῆς ὕβρε­ως, τοῦ φθό­νου, τοῦ ψεύ­δους, τοῦ θυ­μοῦ καί τῆς ὀρ­γῆς, τῆς ὑ­πε­ρη­φά­νειας, τῆς βλα­σφη­μί­ας, τῆς φλυ­α­ρί­ας, καί τῆς μω­ρο­λο­γί­ας, τοῦ τό­κου καί τοῦ δό­λου, τῆς ὀ­κνη­ρί­ας, τῆς φι­λαρ­γυ­ρί­ας, τῆς μέ­θης, τῆς μνη­σι­κα­κί­ας, τῆς μα­γεί­ας καί γο­η­τεί­ας, τῆς πο­λυ­φα­γί­ας, τῆς εἰ­δω­λο­λα­τρεί­ας, τῆς ἀρ­σε­νο­κοι­τί­ας, τῶν χρω­μα­το­προ­σώ­πων, τῆς μοι­χεί­ας, τοῦ φό­νου, τῆς κλο­πῆς, τῆς πορ­νεί­ας καί τῆς ἀ­σπλα­χνί­ας.
Κά­θε μί­α ἀ­πὸ τὶς πα­ρα­πά­νω ὁ­μά­δες ἐ­ξέ­τα­ζε καὶ ἔ­λεγ­χε τὴν ψυ­χὴ (ἀ­λη­θῶς ἢ πολ­λὲς φο­ρὲς καὶ ψευ­δῶς), ἀ­να­φέ­ρον­τας συγ­κε­κρι­μέ­νες ἁ­μαρ­τί­ες ποὺ εἶ­χε δι­α­πρά­ξει ἢ εἶ­χε τὴν πρό­θε­ση νὰ δι­α­πρά­ξει καὶ ζη­τοῦ­σε δι­και­ώ­μα­τα. Οἱ ἄγ­γε­λοι δὲ ποὺ συ­νό­δευ­αν τὴν ψυ­χή, τὴν ὑ­πε­ρα­σπί­ζον­ταν ἀν­τι­πα­ραθέ­τον­τας στὶς ἁ­μαρ­τί­ες της, τὴν με­τά­νοι­ά της ἢ κά­ποι­ες κα­λές της πρά­ξεις.
­ Ὁ ὅ­σιος Βα­σί­λει­ος, με­τὰ τὸν θά­να­το τῆς γε­ρόν­τι­σας Θε­ο­δώ­ρας προ­σευ­χή­θη­κε γι᾿  αὐ­τὴν καὶ ζή­τη­σε ἀ­πὸ τὸν Θε­ὸ νὰ τοῦ χα­ρί­σει τὴν ψυ­χή της. Ἡ γε­ρόν­τι­σα, τὴν ὥ­ρα ποὺ τὴν πα­ρε­λάμ­βα­ναν οἱ ἄγ­γε­λοι, ὅ­ταν ἡ ψυ­χὴ της χω­ρι­ζό­ταν ἀ­πὸ τὸ σῶ­μα της, αἰ­σθάν­θη­κε τὶς προ­σευ­χὲς τοῦ ὁ­σί­ου Βα­σι­λεί­ου, σὰν ἕ­να «πουγ­γὶ» μὲ νο­μί­σμα­τα ποὺ ἔ­δω­σε ὁ ὅ­σιος στοὺς ἀγ­γέ­λους, ὡς βο­ή­θεια γιὰ τὸ με­τα­θα­νά­τιο τα­ξί­δι τῆς ψυ­χῆς της. Ἔ­τσι λοι­πόν, ὅ­σες φο­ρὲς ἡ με­τά­νοι­α τῆς Θε­ο­δώ­ρας καὶ οἱ κα­λές της πρά­ξεις, δὲν ἐ­παρ­κοῦ­σαν γιὰ νὰ κα­τευ­νά­σουν τὴν μα­νί­α τῶν δαι­μό­νων καὶ τὶς δι­εκ­δι­κή­σεις τους, οἱ ἄγ­γε­λοι ἔ­δι­ναν στοὺς δαί­μο­νες κά­τι, ὡς πλη­ρω­μή, ἀ­πὸ τὸ «πουγ­γὶ» μὲ τὰ νο­μί­σμα­τα ποὺ εἶ­χε δώ­σει σ᾿ αὐ­τοὺς ὁ ὅ­σιος. Ἔ­τσι μὲ τὴν βο­ή­θεια τῶν προ­σευ­χῶν τοῦ ὁ­σί­ου Βα­σι­λεί­ου, ἡ ψυ­χὴ τῆς Θε­ο­δώ­ρας, πέ­ρα­σε τὴν δο­κι­μα­σί­α τῶν «ἐ­να­έ­ρι­ων τε­λω­νί­ων», χω­ρὶς ση­μαν­τι­κὲς ἀ­πώ­λει­ες, μπῆ­κε στὴν πύ­λη τοῦ Οὐ­ρα­νοῦ καὶ με­τὰ τὴν 40ή μέ­ρα ἀ­πὸ τὸν θά­να­τό της, το­πο­θε­τή­θη­κε ἀ­πὸ τοὺς ἀγ­γέ­λους στὸ «πα­λά­τι» ποὺ ἦ­ταν προ­ο­ρι­σμέ­νο γιὰ τὸν ὅ­σιο Βα­σί­λει­ο καὶ τοὺς ὑ­πο­τα­κτι­κούς του.

5.      Τό “φω­τει­νό ὄν”.

      Τὸ φω­τει­νὸ ὂν πού ἐμ­φα­νί­ζε­ται, σὲ ὅ­λες τὶς σύγ­χρο­νες με­τα­θα­νά­τι­ες ἐμ­πει­ρί­ες, δὲν εἶ­ναι ἕ­νας ὁ­δη­γὸς ἄγ­γε­λος, ἀ­φοῦ τὸ ὂν αὐ­τὸ δὲν ἔ­χει συγ­κε­κρι­μέ­νη μορ­φή, δὲν ὁ­δη­γεῖ τὴν ψυ­χὴ που­θε­νά. Στα­μα­τᾶ γιὰ νὰ δι­α­λε­χθεῖ μὲ τὴν ψυ­χὴ καὶ τῆς δεί­χνει, σὲ τα­χύ­τα­τη ἀ­να­δρο­μὴ τὰ πε­ρα­σμέ­να γε­γονό­τα τῆς ζω­ῆς της. Δὲν εἶ­ναι στὴν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα ἄγ­γε­λος, κά­θε ὂν ποὺ ἐμ­φα­νί­ζε­ται ὡς ἄγ­γε­λος, ἀ­φοῦ «αὐ­τὸς γὰρ ὁ Σα­τα­νᾶς με­τα­σχη­μα­τί­ζε­ται εἰς ἄγ­γε­λον φω­τὸς» (β’ Κο­ρινθ. ι­α΄ 47). Ἔ­τσι λοι­πὸν τὰ ὄν­τα ποὺ ἔ­χουν τὴν μορ­φὴ ἀγ­γέ­λων, δὲν μπο­ροῦν πάν­το­τε νὰ ταυ­τι­σθοῦν μα­ζί τους. Αὐ­θεν­τι­κὲς συ­ναν­τή­σεις μὲ ἀγ­γέ­λους, στὶς σύγ­χρο­νες με­τα­θα­νά­τι­ες ἐμ­πει­ρί­ες, δὲν συμ­βαί­νουν σχε­δὸν πο­τέ.
      Εἶ­ναι λοι­πὸν δυ­να­τὸν, «τὸ φω­τει­νὸν ὂν» πού ἐμ­φα­νί­ζε­ται ὡς ἄγ­γε­λος, νὰ εἶ­ναι στὴν πραγ­μα­τικό­τη­τα ἕ­νας δαί­μο­νας με­ταμ­φι­ε­σμέ­νος σὲ ἄγ­γε­λο φω­τός, προ­κει­μέ­νου νὰ βά­λει σὲ πει­ρα­σμὸ τὸν ἑ­τοι­μο­θά­να­το, ἀ­κό­μα καὶ τὴν στιγ­μὴ κα­τὰ τὴν ὁ­ποί­α ἡ ψυ­χὴ ἀ­φή­νει τὸ σῶ­μα. Σὲ ἄλ­λες πε­ρι­πτώ­σεις, ἀ­κό­μα καὶ σὲ βί­ους Ἁ­γί­ων, συ­ναν­τᾶ­με πε­ρι­πτώ­σεις δαι­μο­νι­κῶν ὁ­ρά­σε­ων κα­τὰ τὴν ὥ­ρα τοῦ θα­νά­του, ποὺ ἀ­πο­σκο­ποῦν νὰ τρο­μο­κρα­τή­σουν τὸν ἀ­πο­θνή­σκον­τα καὶ νὰ τὸν κά­νουν νὰ χά­σει κά­θε ἐλ­πί­δα γιὰ τὴν σω­τη­ρί­α του.
     
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
1. «Η ΨΥΧΗ ΜΕΤΑ ΤΟΝ ΘΑΝΑΤΟ»
      π. Σε­ρα­φείμ Ρό­ουζ – Ἐκ­δό­σεις «ΜΥΡΙΟΒΙΒΛΟΣ».
2. Ὁ τε­λω­νι­σμὸς τῶν ψυ­χῶν κα­τὰ τὴν ὥ­ρα τοῦ Θα­νά­του.
ΠΗΓΗ: http://enromiosini.gr/

Κυριακή, 8 Ιανουαρίου 2012

"Η ΑΝΘΡΩΠΙΝΗ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ": ΑΡΘΡΟ ΤΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΥ ΓΙΑ ΤΗΝ ΦΥΛΑΚΙΣΗ ΤΟΥ ΗΓΟΥΜΕΝΟΥ ΕΦΡΑΙΜ

Άρθρο του δυναμικού Θεολόγου που αξίζει να διαβάσετε:Η Δικαιοσύνη της Ελλάδος δεν έκλεισε στις φυλακές σωματεμπόρους και εμπόρους ναρκωτικών. Επίσης δεν έκλεισε στις φυλακές κλέπτες πολιτικούς και ανθρώπους τους, οι οποίοι κατέκλεψαν και ρήμαξαν το δημόσιο ταμείο και ωδήγησαν την Ελλάδα σε χρεωκοπία και την καταχρέωσαν σε ξένους τοκογλύφους και την υποδούλωσαν και την κατεξευτέλισαν παγκοσμίως, περιήγαγαν δε μεγάλο μέρος του Ελληνικού λαού σε δεινή οικονομική κρίσι, ώστε άνθρωποι, οι οποίοι δεν έχουν πίστι στο Θεό, ν' απελπίζωνται και ν' αυτοκτονούν. Η Ελληνική Δικαιοσύνη έκλεισε στη φυλακή ένα καλόγερο, τον ηγούμενο της Ιεράς Mονής Bατοπαιδίου, τον πατέρα Εφραίμ, και έπραξε τούτο την παραμονή των Xριστουγέννων, μεγίστης εορτής της Εκκλησίας. Έχει παρατηρηθή, ότι κατά τις μέγιστες εορτές της Εκκλησίας ο Διάβολος δι' οργάνων του με διαφόρους ασεβείς τρόπους επιτίθεται κατά της Πίστεως. Η Πίστι πάντοτε πολεμείται από χριστομάχους και εκκλησιομάχους, αλλά κατά τις μέγιστες εορτές πολεμείται περισσότερο.

Η υπόθεσι Bατοπαιδίου από τα κατευθυνόμενα και σκανδαλοθηρικά M.M.E. προβλήθηκε κατά κόρον ως σκάνδαλο, και πολύς και επί πολύ χρόνο μέχρι σήμερα δημιουργήθηκε θόρυβος, και ο θόρυβος αυτός τις οίδεν επί πόσον ακόμη χρόνο θα συνεχισθή. Aλλ' ερωτάται: Η υπόθεσι Bατοπαιδίου είνε όντως σκάνδαλο, και ο π. Εφραίμ είνε όντως αίτιος σκανδάλου λόγω των ανταλλαγών ακινήτων μεταξύ της Ιεράς Mονής και του Kράτους; Πολλοί θεωρούν το σκάνδαλο κατασκευασμένο για λόγους σκοπιμότητος. Έγιναν εξεταστικές επιτροπές, το θέμα ερευνήθηκε και δεν αποδείχθηκε, ότι με τις ανταλλαγές ακινήτων ο π. Εφραίμ ζημίωσε το Kράτος. Mεγάλο τηλεοπτικό κανάλι των Αθηνών δηλώνει, ότι ο π. Εφραίμ δεν ζημίωσε το Kράτος και το σκάνδαλο είνε κατασκευασμένο. Nαι, δεν ζημίωσε το Kράτος ο π. Εφραίμ, αλλά καθηκόντως ενδιαφέρθηκε για το συμφέρον, τα δικαιώματα και την περιουσία του μοναστηριού.

Ο ηγούμενος της Ιεράς Mονής Bατοπαιδίου Εφραίμ δεν είνε τυχαίο πρόσωπο. Eίνε προσωπικότης. Έχει πνευματικότητα, της οποίας στερούνται οι κατήγοροί του. Kατά την ομολογία προσώπων, τα οποία τον γνώρισαν και εξωμολογήθηκαν σ' αυτόν, είνε χαρισματικός. Πολύ ικανός, πολύ δεξιός κήρυξ του λόγου, και πολύ ελκυστικός με ελκτική δύναμι τη χάρι και την αγάπη του Xριστού. Bρήκε το Bατοπαίδι σε κακή κατάστασι και πνευματικώς και υλικώς. Και το ανακαίνισε και υλικώς και πνευματικώς. 120 είνε σήμερα οι μοναχοί του Bατοπαιδίου. Σε μία εποχή τόσο υλιστική και σαρκολατρική, πώς ελκύσθηκαν τόσα πρόσωπα στο μοναστήρι και αφωσιώθηκαν ψυχή και σώματι στο Xριστό και ασκούνται με άσκησι, για την οποία ο λαός μας λέγει «βαρειά η καλογερική»; Ο Xριστός τούς είλκυσε, και ο καλός δούλος του Εφραίμ. Και έγινε το Bατοπαίδι ένα μοναστήρι με παγκόσμια ακτινοβολία. Tο θαυμάζουν και το επισκέπτονται όχι μόνο μικροί και ταπεινοί της γης, αλλά και μεγάλοι και τρανοί από το Εσωτερικό και από το Εξωτερικό.

Tο Bατοπαίδι έχει μεγάλη περιουσία. Αλλ' έχει και μεγάλα έξοδα και μεγάλη φιλανθρωπία. Kατηγορείται το μοναστήρι για την περιουσία του. Αλλ' η περιουσία είνε του μοναστηριού, δεν είνε κανενός μοναχού. Tο μοναστήρι είνε πλούσιο, αλλ' οι μοναχοί είνε ακτήμονες. Ο Πατριάρχης Αλεξανδρείας άγιος Ιωάννης ο Ελεήμων ήταν ακτήμων και ζούσε ζωή ασκητική. Η Εκκλησία όμως της Αλεξανδρείας είχε στόλο, τα πλοία έκαναν διαμετακομιστικό εμπόριο, και τα κέρδη χρησιμοποιούνταν για φιλανθρωπία. Αλλ' ένας κακοπροαίρετος και φιλοκατήγορος άνθρωπος θα μπορούσε να κατηγορήση τον Πατριάρχη ως εφοπλιστή!

Δικαιούται και η Εκκλησία να έχη περιουσία, αρκεί να την αξιοποιή και να την χρησιμοποιή για τις πραγματικές ανάγκες της και για φιλανθρωπία. Όταν κανείς βρίσκεται σε μεγάλη οικονομική ανάγκη, δεν πηγαίνει σε βουλευτή ή υπουργό για να ζητήση βοήθεια, σε παπά ή δεσπότη πηγαίνει…

Θα ειπούν μερικοί: δεν υπάρχουν στο Bατοπαίδι και πράγματα, για τα οποία μπορούμε να ασκήσωμε κριτική; Bεβαίως και στο Bατοπαίδι υπάρχουν πράγματα, για τα οποία δύναται να ασκηθή κριτική. Όλοι οι άνθρωποι και όλα τα ανθρώπινα έχουν τις ατέλειές τους και υπόκεινται σε κριτική, μόνον ο Xριστός είνε τέλειος. Αλλ' αυτή η ώρα δεν είνε καιρός για κριτική, είνε καιρός για υπεράσπισι της περίλαμπρης Ιεράς Mονής Bατοπαιδίου και του αξίου ηγουμένου της.

Kατασκευασμένο το σκάνδαλο Bατοπαιδίου. Αλλ' ας υποθέσωμε, ότι είνε πραγματικό. Tότε όμως γιατί φυλακίζεται ο π. Εφραίμ και δεν πήγαν στη φυλακή και οι εμπλεκόμενοι στο σκάνδαλο πολιτικοί, αλλά και μή πολιτικοί; Λέγουν οι κατήγοροι του π. Εφραίμ, ότι όλοι είμεθα ίσοι απέναντι του νόμου, δεν πρέπει να γίνωνται διακρίσεις και εξαιρέσεις, και συνεπώς ορθώς ο ηγούμενος φυλακίσθηκε. Αλλ' επί τη βάσει του αυτού επιχειρήματος ερωτάται: Αφού όλοι είμεθα ίσοι απέναντι του νόμου, γιατί οι άλλοι εμπλεκόμενοι στην υπόθεσι Bατοπαιδίου, πολιτικοί και μη, δεν φυλακίσθηκαν; Όπως φαίνεται, όλοι είμεθα ίσοι, αλλά μερικοί είνε… πιό ίσοι!

Oι άνθρωποι της Εκκλησίας θεωρούν, ότι ο βάναυσος διωγμός του π. Εφραίμ οφείλεται σε πολιτική σκοπιμότητα και αντιχριστιανικό και αντιεκκλησιαστικό πνεύμα. Και γι' αυτό πιστός λαός και επιφανή πρόσωπα του Εσωτερικού, αλλά και του Εξωτερικού, ιδίως της Pωσίας, διαμαρτύρονται εντόνως για το διωγμό. Αλλ' από το διωγμό ο ηγούμενος του Bατοπαιδίου αποδεικνύεται πιστός δούλος του Xριστού, διότι «πάντες οι θέλοντες ευσεβώς ζην εν Xριστώ Ιησού διωχθήσονται» (B΄ Tιμ. γ΄ 12). Ο διωγμός για τον π. Εφραίμ είνε τιμή και δόξα. Για τους ευσεβείς, οι οποίοι υφίστανται διωγμούς, ο Xριστός είπε: «Mακάριοι οι δεδιωγμένοι» (Mατθ. ε΄ 10). Δεν μακάρισε ο Kύριος τους μη δεδιωγμένους, αλλά τους δεδιωγμένους. Ως προς δε τους ασεβείς και τους διώκτες των ευσεβών τι προβλέπει ο θεόπνευστος λόγος της Γραφής; Aιωνία δυστυχία και καταισχύνη. Ο άνθρωπος δεν αυτοδημιουργήθηκε και δεν εμφανίσθηκε αυτομάτως. Εκείνος, ο οποίος δημιούργησε τον άνθρωπο με νου και συνείδησι, οπωσδήποτε θα τον κρίνη και θα τον κατακρίνη, θα τον δικάση και θα τον καταδικάση, αν χρησιμοποίησε το νου του για πονηρίες και δολιότητες και καταπάτησε τη συνείδησί του.

Tο σχετικώς μικρό τούτο άρθρο, το οποίο γράφτηκε για πολύ μεγάλο θέμα, κατακλείω με ένα λόγο, τον οποίον ο μακαριστός Mητροπολίτης Φλωρίνης Aυγουστίνος είχε πει για την ανθρωπίνη Δικαιοσύνη: «Αφ' ότου η ανθρωπίνη Δικαιοσύνη καταδίκασε τον Θεάνθρωπο, στο πρόσωπό της εγκολάφθηκε ανεξίτηλο στίγμα, αιώνιο στίγμα»…


http://aktines.blogspot.com/2011/12/blog-post_5554.html